Ενδιαφέροντα άρθρα

Τα έλεγαν με τα μάτια - Γράφει ο Δημήτρης Κακαβάνης*

 

Είχαν φύγει όλοι. Αισθανόταν πολύ ωραία, γεμάτη  και ικανοποιημένη. Τώρα, ήθελε λίγο να ησυχάσει ,δεν είχε  διάθεση να μαζέψει και να τακτοποιήσει  το χώρο.

Βγήκε στο μπροστινό μεγάλο μπαλκόνι  που βλέπει προς τη θάλασσα, σε  λίγο θα ξημέρωνε. Αν και αρκετά κουρασμένη, της άρεσε να καθίσει στο μπαλκόνι ,έτσι όπως ήταν με το ελαφρύ ανοιξιάτικο βραδινό ρούχο που φορούσε.

Ήθελε να ηρεμήσει . Ήθελε αυτή την ησυχία και ηρεμία που αναζητούν όλοι μετά από μια εργασία ή μια κοπιαστική ημέρα, ακόμα και μετά από μια διασκέδαση. Αυτό που λέμε  και τώρα ας ηρεμήσω , όλα πήγαν καλά. Μια εσωτερική προσωπική απόλαυση.

Ήθελε ,όμως, να δει και την ανατολή. Να νιώσει ως τα εσώψυχά της αυτή την δροσερή, ανάλαφρη και αναζωογονητική  πνοή του πρωινού αέρα, που είναι σαν  να έχει περάσει από ειδικό φίλτρο και που έρχεται πριν την ανατολή ,λες για να την αναγγείλει .

Πήρε μια πολυθρόνα , την γύρισε προς τη θάλασσα, πήρε και μια άλλη , άπλωσε επάνω  τα πόδια της και κοιτούσε προς τη θάλασσα όπου σε λίγη ώρα θα φαινόταν το αχνό ροζ κεραμιδί χρώμα της ανατολής.

Έμεινε λίγη ώρα έτσι, χωρίς να σκέφτεται τίποτα. Ανέπνεε και ένιωθε. Ηρεμούσε και απολάμβανε.

Κάποια στιγμή άκουσε δίπλα της τη φωνή του άνδρα της.  «Σε ψάχνω  σε όλο το σπίτι. Εδώ είσαι ; μα τι κάνεις έτσι έξω ξαπλωμένη;  θα παγώσεις μετά από τόση κούραση».
Την ήξερε καλά, δεν περίμενε απάντηση. Έφυγε πήγε μέσα στο σπίτι, πήρε ένα μπουφάν για εκείνη και ένα δικό του και βγήκε να καθίσει κι αυτός στο μπαλκόνι. Όλα είχαν πάει καλά, καιρός να μείνουν οι δυο τους. Να ησυχάσουν. Έριξε στους ώμους της το μπουφάν , φόρεσε κι αυτός το δικό του, πήρε δυο πολυθρόνες και κάθισε δίπλα της.  Έμειναν αμίλητοι, απολάμβαναν και περίμεναν τα ίδια πράγματα. Το αεράκι και την ανατολή.

Την ησυχία έκοψε εκείνος.

_ Πέρασαν δέκα χρόνια ! Πότε ; Μα τι είναι  ο χρόνος ; Πώς περνάει ; Θυμάσαι ;

_ Μα και βέβαια θυμάμαι.  «Θέλετε δεσποινίς να σας προσφέρω έναν καφέ στο σαλέ ;»

_ Από εκεί θυμάσαι εσύ ; Εγώ θυμάμαι από πιο πριν. Κατέβαινα έξω από την πίστα στο απάτητο χιόνι και σε βρήκα ανάμεσα σε κάτι θάμνους φαρδιά πλατιά στο χιόνι με τα πέδιλα εδώ κι εκεί. Ήθελες να κάνεις σκι σε απάτητο χιόνι, έξω από τις πίστες.

_ Περίμενα εσένα ,  ήξερα ότι κάποιος θα σε στείλει , είπε αστειευόμενη.  Φαίνεται ότι στη ζωή μερικά πράγματα είναι για να γίνουν. Ποιος θα περίμενε, να έλθω για  Χριστούγεννα από τη Γαλλία να δω τους δικούς μου, να πάω  για σκι μόνη να περάσω μια ημέρα στα χιόνια που τόσο αγαπώ , να πέσω  και μέσα στην απελπισία και στο πόνο του ποδιού μου, που είχε γυρίσει πριν φύγει το πέδιλο να ακούσω μια ευγενική ζεστή φωνή : « Είσαστε καλά δεσποινίς ; χτυπήσατε; πονάτε κάπου ;» Γύρισα προς τα πίσω και επάνω,  είχες βγάλει τα γυαλιά και τα είχες ανεβάσει επάνω στο σκούφο σου, σε κοίταξα κατευθείαν  στα μάτια , το ίδιο κι εσύ, μου γέλασες και μου έδωσες το χέρι σου να σηκωθώ . « Ελάτε δεσποινίς , ελπίζω να μπορέσετε να φορέσετε τα πέδιλα σας να κατεβούμε κάτω ».

Δεν μίλησα, δεν απάντησα, μόνο σε κοιτούσα. Μαζέψαμε τα πέδιλα, Κατεβήκαμε κάτω , μου πρότεινες να πάμε στις πρώτες βοήθειες, δεν ήθελα , με ρώτησες αν έχω παρέα, κούνησα αρνητικά το κεφάλι μου. Κι αμέσως ήλθε η πρόταση « Θέλετε δεσποινίς να σας προσφέρω έναν καφέ στο σαλέ ;». Κι αυτός ο καφές στο σαλέ σήμερα μετά από  δέκα χρόνια έγινε «μα τι κάνεις έτσι έξω ξαπλωμένη; θα παγώσεις ».

_ Πάντως , είπε εκείνος , είχαμε μια ωραία βραδιά , ήλθαν όλοι, , το σπίτι φροντισμένο, τα φαγητά σου μια χαρά, η μουσική, το κέφι, ο χορός , όλα κύλησαν υπέροχα. Μια επέτειος γάμου όπως την αξίζουμε.
Ωστόσο η ώρα πέρασε ο ήλιος βγήκε το ρόδινο χρώμα της ανατολής άρχισε να ασπρίζει.
_Έλα σήκω, λέει εκείνος , πάμε μέσα, η ώρα πέρασε .
_Τι λέτε κύριε να σας προσφέρω έναν καφέ ; το καφενείο παρακάτω ανοίγει πολύ νωρίς, απαντά εκείνη. Έτσι όπως είμαστε , έλα πάμε.
Κοιτάχτηκαν στα μάτια, αγκαλιάστηκαν, βγήκαν αγκαλιά στο δρόμο και περπάτησαν δίπλα στη θάλασσα . Το πρωινό ελαφρύ φως  και το δροσερό θαλασσινό αεράκι  έδιωξαν την κούραση και την αϋπνία.

Περπατούσαν χωρίς να μιλούν, μόνο πότε πότε ο ένας έσφιγγε τον άλλον , τον κοιτούσε στα μάτια και τα πρόσωπα έλαμπαν.


*Ο Δημήτρης Κακαβάνης είναι Καθηγητής Μηχανολόγος Μηχανικός και Σύμβουλος σπουδών και σταδιοδρομίας.

Saitis Home Έπιπλα