Ενδιαφέροντα άρθρα

Τα είπαν με τη σιωπή τους - Γράφει ο Δημήτρης Κακαβάνης*

 

Περπατούσαν δίπλα δίπλα. Εκείνη ψηλή αδύνατη, φορούσε γκρι φούστα, λευκό πουκάμισο και ένα ελαφρύ μαύρο δερμάτινο, στους ώμους της είχε ατημέλητα αφημένο ένα ωραίο λαμπερό μαντήλι. Εκείνος ψηλός, γεροδεμένος και αθλητικός, φορούσε τζην παντελόνι, μπεζ μπλουζάκι κι ένα δερμάτινο καφέ μπουφάν.

Περπατούσαν με έναν παράξενο τρόπο, αν και ήταν δίπλα στη θάλασσα στο πεζοδρόμιο, δεν φαινόταν ότι πηγαίνουν περίπατο. Είχαν μια μικρή απόσταση μεταξύ τους, δεν μιλούσαν, το περπάτημα τους ήταν κάπως βιαστικό και έντονο και το βλέμμα τους ακαθόριστα κάπου μπροστά. Φαινόταν ότι υπήρχε κάποια ένταση μεταξύ τους.
Καθώς κουνούσαν τα χέρια τους, εκείνος, πότε πότε δήθεν τυχαία, με το δικό του χέρι χτυπούσε το δικό της. Αυτό έγινε κάμποσες φορές, μέχρι που κάποια φορά, εκείνη το έπιασε απότομα και το κράτησε. Εκείνος, που  προκαλούσε και περίμενε αυτό το πιάσιμο, αμέσως τακτοποίησε την παλάμη του όσο πιο καλά γινόταν με την παλάμη της. Και πάλι όμως δεν άλλαξε κάτι σε σχέση με την προηγούμενη κατάσταση, απλά το αριστερό χέρι εκείνου κρατούσε το δεξί χέρι εκείνης.
Περπάτησαν για λίγο έτσι ,πιασμένοι χέρι χέρι. Ξαφνικά εκείνος σταμάτησε, γύρισε προς τα αριστερά του, την κοίταξε στα μάτια, άπλωσε τα χέρια του και την αγκάλιασε. Εκείνη, σαν να ήταν προετοιμασμένη για κάτι τέτοιο, τον αγκάλιασε, τακτοποίησε το κεφάλι της στο στήθος του και κόλλησε το σώμα της στο δικό του.
Έμειναν έτσι για αρκετή ώρα με κολλημένα τα σώματά τους, όρθιοι στο πεζοδρόμιο, δίπλα στη θάλασσα , σαν να είχαν αφήσει τις καρδιές τους με τους χτύπους τους να συντονιστούν, να επικοινωνήσουν και να τα βρουν.
Όπως ήταν έτσι αγκαλιασμένοι και αμίλητοι χωρίς αίσθηση του χρόνου, άκουσαν μια φωνή να τους λέει
- Σας παραχωρώ το παγκάκι που κάθομαι, ελάτε να καθίσετε να τα πείτε.
Γύρισαν και κοίταξαν έναν ηλικιωμένο άνδρα που τους είχε μιλήσει. Εκείνοι και οι δυο ταυτόχρονα είπαν ευχαριστούμε και ευγενικά αρνήθηκαν.
Μετά από λίγο συνέχισαν τον περίπατό τους. Κουνώντας τα πιασμένα χέρια τους, μιλούσαν, γελούσαν, αντάλλασαν χαρούμενες ματιές, περπατώντας με άνεση χωρίς να βιάζονται.
Καθώς περνούσαν έξω από ένα παραθαλάσσιο μεζεδοπωλείο λέει εκείνη.
-Κερνάω ένα κρασί τι λες ;
Εκείνος, χωρίς να απαντήσει, την τράβηξε από το χέρι, γύρισε προς το μαγαζί και της είπε να  διαλέξει τραπέζι.
Ήλθε ο σερβιτόρος, έδωσαν παραγγελία και περίμεναν κοιτώντας τη θάλασσα χωρίς να μιλάνε. Ο σερβιτόρος έφερε μια φιάλη κρασί, και δυο ωραία κολονάτα ποτήρια. Άνοιξε την φιάλη έβαλε στα ποτήρια τους, είπε στην υγειά σας, τους κοίταξε με νόημα και θερμό χαμόγελο και έφυγε.
Σήκωσαν τα ποτήρια, τα ακούμπησαν μεταξύ τους, και κοιτώντας ο ένας τον άλλον στα μάτια είπαν:
-Στην υγειά μας και στην αγάπη μας.
Τότε άκουσαν μια φωνή πίσω τους να τους λέει:
-Και στην σιωπή σας, να πιείτε και για την σιωπή σας.
Γύρισαν και είδαν τον ηλικιωμένο κύριο, που πριν, τους είχε προσφέρει το παγκάκι που καθόταν.
Αυτός γύρισε προς εκείνη, άπλωσε το χέρι του και της είπε:
-Δεσποινίς το μαντήλι σας . Σας έπεσε την ώρα που σφιχταγκαλιασμένοι και αμίλητοι τα λέγατε.


*Ο Δημήτρης Κακαβάνης είναι Καθηγητής Μηχανολόγος Μηχανικός και Σύμβουλος σπουδών και σταδιοδρομίας.

Saitis Home Έπιπλα