Ενδιαφέροντα άρθρα

Μία φιλία και ένας έρωτας - Γράφει ο Δημήτρης Κακαβάνης*

 

Περπατούσαν ο ένας δίπλα στον άλλον. Λυγεροί και ψηλόσωμοι. Το βήμα τους ήταν ανάλαφρο και κάπως ταχύ, παρά τα αρκετά χρόνια που είχαν φορτωμένα στην πλάτη τους. Το ντύσιμο τους προσεγμένο, κομψά ρούχα σε ωραία ανοιξιάτικα χρώματα, ο ένας μάλιστα φορούσε καπέλο, το οποίο του έδινε κάποια ιδιαίτερη αρχοντιά.

Περπατούσαν κοιτώντας εμπρός, σαν να κοιτούσαν κάπου συγκεκριμένα ή σαν κάτι να έψαχναν. Πάντως δεν έδειχναν να τους ενδιαφέρει το τοπίο. Αν και αυτό  ήταν σύγχρονο και υπέροχο. Δεξιά τους είχαν τη θάλασσα, γεμάτη μικρά και μεγάλα σκάφη και αριστερά τους, μετά από δένδρα και παρτέρια το δρόμο με πολλά αυτοκίνητα και στη συνέχεια ωραίες πολυκατοικίες με εξαιρετική θέα, όπου στο ισόγειό τους στεγάζονταν, κυρίως, γνωστές και πολύβουες καφετέριες . Περπατούσαν στον πεζόδρομο της παραλιακής.

Ξαφνικά ο ένας σταμάτησε και λέει στον άλλον: Την είδα εχθές. Ο άλλος ξαφνιάστηκε, με λίγο προσοχή θα μπορούσε να διακρίνει κανείς μια αναλαμπή στα μάτια του, ένα κρυφό ενδιαφέρον. Δεν μίλησε όμως, γύρισε και αμίλητοι συνέχισαν το περπάτημά τους.

Μετά από λίγη ώρα σταμάτησαν μπροστά σ΄ένα παγκάκι. Κοίταξαν γύρω γύρω, κοίταξε ο ένας τον άλλον και κάθισαν.

Το βλέμμα τους σαν να ελευθερώθηκε. Μπροστά και προς τα δεξιά και σε αρκετά χαμηλότερο επίπεδο ήταν αμμουδιά. Δεν ήταν ο καιρός για μπάνιο, όμως  δυο νεαρά ζευγάρια έπαιζαν τετράδα ρακέτες. Προς τα αριστερά  ήταν λιμανάκι, δάσος  τα κατάρτια από τα σκάφη. Απέναντι στο βάθος έβλεπαν το λόφο της Καστέλας, μπροστά και κάτω ήταν το Τουρκολίμανο, προς τα αριστερά η παραλία του Παρασκευά, που σήμερα λέγεται Βοτσαλάκια, και πιο αριστερά η Φρεατίδα, και ο όρμος σκαφάκι και πιο αριστερά στο βάθος η Σαλαμίνα.

Την περιπλάνησή τους διέκοψε η ερώτηση. Πού την είδες, πότε την είδες;

- Εχθές

- Μα πώς έγινε αυτό; δεν έχεις μια εβδομάδα που ήλθες από την Βοστώνη.

- Σωστά. Αλλά, είπα να πάω έναν περίπατο στη γειτονιά μας. Από την τελευταία φορά που πήγα βόλτα εκεί και με το αυτοκίνητο μάλιστα , πέρασαν πάνω από τριάντα χρόνια. Ξεκίνησα από την αλάνα στην Πέτρου Ράλλη που παίζαμε μπάλα και πετροπόλεμο με τους πολυκατοικιώτες ,συνέχισα προς την Αγία Τριάδα, μετά πέρασα από το γήπεδο, από το κουρείο, από την παιδική στέγη και κατέληξα στο Γυμνάσιο. Σαν να ήμουν κάπου αλλού, όλα είναι διαφορετικά, κάποια στιγμή έχασα τον δρόμο, περπατούσα ψάχνοντας θα έλεγα, υπολογίζοντας ότι εδώ ήταν αυτό, και εκεί το άλλο. Θυμάσαι τη μεγάλη αυλή που είχαμε στο Γυμνάσιο και παίζαμε μπάλα; Δεν υπάρχει, την έκοψαν με τοίχο και έχτισαν στο κάτω μέρος ένα κτίριο για Δημοτικό σχολείο. Στάθηκα πριν την  πόρτα της αυλής και κοιτούσα τα κτίρια. Αρκετοί ήταν μαζεμένοι εκεί. γιατί κάποιες τάξεις του Δημοτικού έφευγαν και παιδιά ερχόντουσαν προς την πόρτα. Μια γυναίκα, που ήταν λίγο πιο μπροστά, φώναξε δυο ονόματα, είπε, εδώ είμαι σας περιμένω  και κούνησε το χέρι της.  Κάτι με κέντρισε μέσα στα αυτιά μου, είπα λες, λες να είναι αυτή; Ήλθαν τα παιδιά, πέρασαν στο απέναντι πεζοδρόμιο, τα έβαλε μέσα, από τη θέση του συνοδηγού και γύρισε στην πόρτα του οδηγού να μπει και αυτή. Τότε της φώναξα, Μαίρη. Γύρισε ξαφνιασμένη και με κοίταξε. Ποιος είσθε; μου είπε. Πέρασα απέναντι, σταθήκαμε στο πεζοδρόμιο και της είπα το όνομά μου. Της είπα πρέπει να με θυμάσαι, ήμασταν συμμαθητές στο Δημοτικό και στο γυμνάσιο. Με θυμήθηκε, και  μου είπε, εσύ χάθηκες. Ναι της απάντησα, όταν τελειώσαμε το Γυμνάσιο φύγαμε με την οικογένειά μου στην Αμερική.

Ο άλλος με ενδιαφέρον ρώτησε: Πώς ήταν;

- Όπως την θυμάσαι, ψηλή, λεπτή , με τα ωραία καστανά μαλλιά της έως τους ώμους. Φορούσε μια γκρι, σχεδόν εφαρμοστή, φούστα, άσπρο πουκάμισο, μαντηλάκι στο λαιμό και ένα ελαφρύ ανοιχτόχρωμο μπουφανάκι.

 Ο άλλος ξαναρώτησε: Με τι ασχολείται; Ήθελε να γίνει ή παιδίατρος ή δασκάλα.

- Μου είπε ότι γνωρίστηκε με έναν καπετάνιο. Στην αρχή ταξίδευε μαζί του. Όταν ήλθαν τα παιδιά της έμεινε σπίτι και τώρα έχει τα εγγόνια.

Το ενδιαφέρον και η αγωνία του άλλου δεν κρυβόταν και ρωτάει: Για εμένα σε ρώτησε;

- Ναι .Κάποια στιγμή, στην κουβέντα, της είπα ότι πρέπει να πηγαίνει, γιατί είναι τα παιδιά στο αυτοκίνητο. Χαιρετηθήκαμε, μου είπε ότι χάρηκε πολύ, έκανε δυο βήματα προς την πόρτα του αυτοκινήτου, σταμάτησε με κοίταξε και μου λέει, ο φίλος σου ο Μίμης τι έγινε; χάθηκε κι αυτός. Στα καστανά ωραία μάτια της είδα μια λάμψη, και ο τόνος της φωνής της ήταν όπως τότε, στο γυμνάσιο, που όταν εσύ έλειπες, με ρωτούσε, πού είναι ο Μίμης; Της είπα ότι οι πατεράδες μας ήταν φίλοι και μαζί οι οικογένειες έφυγαν για την Αμερική. Ότι μέναμε κοντά και μεγαλώσαμε μαζί. Όπως οι πατεράδες μας ήταν φίλοι έτσι κι εμείς και τα παιδιά μας. Ε τότε, μου λέει, όταν θα τον δεις πες του χαιρετισμούς μου. Κάνει να φύγει, αλλά στάθηκε, γύρισε με κοίταξε κατάματα  και μου λέει, πες του ότι δεν τον ξέχασα ποτέ. Της είπα ότι είσαι κι εσύ εδώ, ότι θα σε δω αύριο, γιατί έχουμε ραντεβού να πάμε στο Έδεμ να βρούμε το παγκάκι που καθόμασταν παιδιά, όταν οικογενειακά πηγαίναμε για μπάνιο κι εμείς ξεκλέβαμε από τους γονείς μας και πηγαίναμε στο παγκάκι από πάνω  για να ξεκουραστούμε από το μπάνιο και το τρέξιμο, αλλά και να πούμε τα δικά μας. Να πας αύριο να την δεις. Να πας κατά τις 12, τότε πάει για τα εγγόνια της.

Ο άλλος είχε ένα σφίξιμο στο λαιμό, πήγε κάτι να πει, αλλά κόμπιασε  και δήθεν αδιάφορα λέει. Λοιπόν, βρήκαμε το παγκάκι, είπαμε τα δικά μας. Δεν πάμε κι από κάτω να φάμε κάτι και να πάρουμε το ουζάκι μας, όπως τότε οι γονείς μας.

Να τα αφήσεις αυτά και να πας αύριο να την δεις, ήταν η απάντηση.

*Ο Δημήτρης Κακαβάνης είναι συνταξιούχος Καθηγητής Μηχανολόγος Μηχανικός και Σύμβουλος σπουδών και σταδιοδρομίας.

Print