Ενδιαφέροντα άρθρα

Καλοκαιρινές κουβεντιάσεις 3: Υπό την σκιάν τηs ψάθινης ομπρέλας, στη θάλασσα - Γράφει ο Δημήτρης Κακαβάνης

 

Ήταν και οι δυο ξαπλωμένοι, με τα μαγιό τους, στις ξαπλώστρες  μπροστά στη θάλασσα. Αμίλητοι κοίταζαν τον ουρανό, τρόπος του λέγειν τον ουρανό, γιατί από πάνω τους ήταν η ομπρέλα, οπότε κοίταζαν την ψάθα της ομπρέλας.

Μεταξύ τους ήταν ένα τραπεζάκι όπου επάνω υπήρχαν ένας καφές, φρέντο εσπρέσο μέτριος , ένα τσάι με λεμόνι και στέβια, δυο κινητά, ένα φακελάκι καπνός, ένα κουτάκι φίλτρα, ένα πακετάκι τσιγαρόχαρτα, ένας αναπτήρας και δυο μπουκαλάκια  με αντηλιακό.

Ήταν έτσι ξαπλωμένοι και αμίλητοι για αρκετή ώρα , κάτι σαν να απολάμβαναν ακριβώς την αφωνία τους.

Ξαφνικά ο νεαρός λέει στην κοπέλα. "Ρε συ Άλις, βαριέμαι". (το Άλις από το Αλίκη ,του άρεσε καλύτερα να τη λέει Άλις έχει άλλη ακουστική, πιο ανάλαφρη και ξενική και έτσι όπως ήταν ψηλή, ξανθιά και γυμνασμένη της πήγαινε  καλύτερα) .

Η κοπέλα δεν απάντησε έμεινε αμίλητη να κοιτάει την ψάθα.

Αυτός όμως συνέχισε. Τι κάνουμε τώρα εδώ με τόσο κόσμο δεξιά αριστερά και γύρω μας ; και τόση φασαρία ; νιώθω σαν να άνοιξαν μια κονσέρβα και να μας άπλωσαν έτσι στις ξαπλώστρες τον έναν κοντά στον άλλον, να κοιτάμε την ψάθα. Άφησα την ζωή μου στην Αθήνα για να έλθω εδώ στο νησί, δήθεν για ξεκούραση. Έχω τη σειρά μου εκεί, ξέρω τι κάνω, κάθε ημέρα. Σηκώνομαι  το πρωί, μέχρι να ετοιμαστώ η μάνα μου έχει έτοιμο το πρωινό και ανοιχτή την τηλεόραση, τα λέμε και λίγο. Παίρνω τη μηχανή βγαίνω στο δρόμο για τη δουλειά, ξέρω πόσα φανάρια θα περάσω, ποιους θα δω στο δρόμο, μερικούς στα φανάρια τους χαιρετάω κιόλας . Φτάνω στη δουλειά, ανεβαίνω, με βλέπει ο καφετζής, φέρνει τον καφέ μου, τα λέμε με τους συναδέλφους, πότε συμφωνούμε πότε μαλώνουμε. Γράφω στον υπολογιστή, μιλάω στα τηλέφωνα πότε με βρίζουν, πότε τους βρίζω. Φεύγω για το σπίτι, η μάνα μου ξέρει περίπου την ώρα που γυρίζω, έχει έτοιμο το φαγητό, ανοιχτή την τηλεόραση, τα λέμε και λίγο. Τρώω, ξαπλώνω , φεύγω για γυμναστήριο και αργότερα  για την καφετέρια , πάω στο γνωστό τραπεζάκι μας, έρχεται η κουκλίτσα  η γκαρσόνα με το μαύρο ίσιο  μαλλί και την κόκκινη τούφα κουνιστή , λυγιστή και με ρωτάει με χάρη, τι θα πάρεις Νίκο; αφού ξέρει φρέντο εσπρέσο μέτριο, αυτή συνεχώς ρωτάει. Έρχεσαι κι εσύ τα λέμε όμορφα ωραία, πολλές φορές συνεχίζουμε και για κανένα σουβλάκι. Γυρίζω σπίτι , η μάνα μου ανάλογα με την ώρα με περιμένει να ρωτήσει αν θα φάω κάτι, ή έχει πάει για ύπνο και κάτι έχει αφήσει για φαγητό στο τραπέζι . Κάνω ένα μπάνιο ξαπλώνω και είμαι έτοιμος για το πρωί. Το Σαββατοκύριακο όλο και κάπου πάμε με την παρέα με τις μηχανές. Τι ωραία, όλα με τάξη και σειρά, εδώ τι κάνω ; κοιτάω την ψάθα ;;;

Η Άλις σήκωσε λίγο το κεφάλι της τον κοίταξε και του είπε. Τελείωσες ; Πήγαινε τώρα να βουτήξεις στη θάλασσα, να κάνεις ένα μπάνιο,  να δεις και καμιά κουκλίτσα  και θα σου περάσει.

Ο Νίκος το βρήκε ωραία ιδέα . Σηκώθηκε αργά αργά, τέντωσε το κορμί του να φανούν οι γωνίες στους ώμους και στα χέρια, να γράψουν φέτες οι κοιλιακοί, να φανούν οι τετρακέφαλοι και οι γάμπες. Τι στο καλό τόσα χρόνια στο γυμναστήριο. Εκεί γνώρισε πριν δυο χρόνια και την Άλις. Χρωστάει πολλά στο γυμναστήριο και γι αυτό το αγαπάει και πηγαίνει όσο μπορεί πιο συχνά.

Έβαλε τις σαγιονάρες του και από τον ξύλινο διάδρομο κατέβηκε προς την ακτή. Έβγαλε τις σαγιονάρες και περπάτησε μέσα στην θάλασσα μέχρι τους αστραγάλους. Σταμάτησε και κοίταξε γύρω το μελίσσι των ανθρώπων. Άλλοι κολυμπούσαν, άλλοι έπαιζαν μπάλα, άλλοι, μέχρι τη μέση στο νερό, κουβέντιαζαν και γελούσαν , η ατμόσφαιρα μύριζε αντηλιακό.

Τότε πρόσεξε ότι δίπλα του ήταν μια κοπέλα, άγνωστη βέβαια. Την κοίταξε κατευθείαν στα όμορφα γαλανά της μάτια, αυτή του χαμογέλασε και του είπε, βλέπω κοιτάτε γύρω γύρω, αλλά δεν πέφτετε μέσα στη θάλασσα. Ο Νίκος ξαφνιάστηκε , δεν το περίμενε. Ναι είπε διστακτικά, όμως είναι κρύα .  Η κοπέλα γέλασε και του είπε, έτσι είναι εδώ η θάλασσα, κρύα. Από μικρή που κολυμπάω αυτό θυμάμαι, την κρύα θάλασσά μας.  Ο Νίκος πήρε θάρρος  και ρώτησε, εδώ μένετε ;  Η κοπέλα έκανε ένα αχ, κάτι σαν αναστεναγμό και νοσταλγία και είπε. Εδώ γεννήθηκα και μεγάλωσα, όμως έφυγα για σπουδές στην Αμερική, βρήκα και δουλειά και έμεινα. Τώρα έρχομαι όποτε μπορώ μου λείπει η μυρωδιά της κρύας θάλασσας μας και συνέχισε, τι λες δεν πέφτουμε; Ναι είπε ο Νίκος και έπεσαν. Κολυμπούσαν αργά, συζητώντας, την έλεγαν Μελίνα, ήταν Βιολόγος και δούλευε σε μια Αμερικάνικη εταιρεία που έκανε έρευνα γύρω από κάτι ασθένειες. Εδώ ήταν οι γονείς της και ξαδέλφια της, έρχεται όποτε μπορεί, γιατί έχει πολλή δουλειά και θέση ευθύνης, στην Αμερική είναι ωραία , αμείβεται καλά, αλλά η ζωή είναι εντελώς διαφορετική.

Ο Νίκος αφοσιωμένος άκουγε. Ξαφνικά και ενώ η Μελίνα μιλούσε, την διέκοψε λέγοντας, εδώ Μελίνα είμαι με την κοπέλα μου την Άλις, Αλίκη δηλαδή, είναι γραμματέας σε ασφαλιστική εταιρεία, τι λες πάμε για ένα ποτό το βράδυ ;

Η Μελίνα, σαν να περίμενε την πρόταση, δέχτηκε και έδωσαν ραντεβού για το βράδυ στο γνωστό μεγάλο μπαρ του νησιού.

Μετά από λίγο η Μελίνα είπε, ότι πρέπει να βγει γιατί την περιμένουν. Θα τα πούμε το βράδυ του είπε και έφυγε. Ο Νίκος συνέχισε το κολύμπι , χαλαρά, χαμογελώντας με ικανοποίηση , σαν να απολάμβανε την γνωριμία που μόλις έκανε.

Βγήκε έξω, φόρεσε τις σαγιονάρες του πήγε στην ξαπλώστρα , κάθισε , ήπιε λίγο από τον καφέ του και είπε . Ρε συ Άλις είσαι αστέρι , καλά έκανες και με έστειλες για μπάνιο, λέω το βράδυ θα πάμε στο μεγάλο μπαρ κι ας έχει όση φασαρία θέλει, τι στο καλό διακοπές είμαστε, και συμπλήρωσε με νόημα, και σου έχω και μια έκπληξη.


*Ο Δημήτρης Κακαβάνης είναι συνταξιούχος Καθηγητής Μηχανολόγος Μηχανικός και Σύμβουλος σπουδών και σταδιοδρομίας.

Print