Ενδιαφέροντα άρθρα

Γνωρίζοντας τις Μαθησιακές Δυσκολίες - Γράφει η φιλόλογος Ιωάννα Μαρδά

Στις μέρες μας, είναι πολύ συχνό φαινόμενο να συναντάμε παιδιά με Μαθησιακές Δυσκολίες (ΜΔ). Δηλαδή, ένας σημαντικός αριθμός μαθητών αντιμετωπίζει σημαντικές δυσκολίες αναφορικά με την σχολική μάθηση, οι οποίες επηρεάζουν αρνητικά τη σχολική επίδοση και τη συμπεριφορά τους και είναι ορατές κατά την εκπαιδευτική διαδικασία. Ωστόσο, οι δυσκολίες αυτές διαφέρουν από παιδί σε παιδί και παρουσιάζουν ετερογένεια συμπτωμάτων.

Οι ΜΔ έχουν νευροβιολογική βάση -κάποια δυσλειτουργία του κεντρικού νευρικού συστήματος- και εμπλέκονται σ’ αυτές γνωστικές διεργασίες. Αυτές οι διαταραχές είναι εγγενείς στο άτομο και εμμένουν σε όλη τη διάρκεια της ζωής του. Για να διασαφηνιστεί ο όρος, θα λέγαμε ότι οι ΜΔ αποτελούν ένα σύνολο δυσκολιών που επηρεάζει το άτομο στο να μάθει με τον καθιερωμένο τρόπο. Αυτό όμως, δεν αποκλείει το ενδεχόμενο το συγκεκριμένο άτομο να μαθαίνει με ένα διαφορετικό τρόπο. Ωστόσο, οι διδακτικές παρεμβάσεις και η σύγχρονη τεχνολογία, μπορούν να χρησιμοποιηθούν ευεργετικά για το άτομο και να το οδηγήσουν σε μαθησιακή επιτυχία ή τουλάχιστον σε ελάττωση των δυσκολιών του.

Σε αυτή την περίπτωση, οι εκπαιδευτικοί και οι εξειδικευμένοι ειδικοί παιδαγωγοί σε συνεργασία και με άλλους επαγγελματίες του χώρου, διαμορφώνουν κατάλληλα εκπαιδευτικά προγράμματα προσαρμοσμένα στις δυνατότητες και στις δυσκολίες των μαθητών με ΜΔ, ώστε οι τελευταίοι να βοηθηθούν και να καταστούν μαθησιακά αυτόνομοι. Σε αυτή την προσπάθεια, χρειάζεται η συνεργασία της οικογένειας και η αποβολή του αισθήματος της ντροπής. Συνηθίζεται πολλές φορές οι γονείς να κρύβουν από τον περίγυρο την ύπαρξη των ΜΔ των παιδιών τους ή να αρνούνται να τα πάνε στα αρμόδια κέντρα διάγνωσης νιώθοντας ότι είναι κάτι κακό.

Οι ΜΔ αποτελούν έναν γενικό όρο ομπρέλα που περιλαμβάνει μία ετερογενή ομάδα διαταραχών, οι οποίες γίνονται εμφανείς μέσω των σημαντικών δυσκολιών στην κατάκτηση και στη χρήση του λόγου. Αυτές οι δυσκολίες, σχετίζονται με δυσχέρειες στην κατανόηση και την παραγωγή του προφορικού και του γραπτού λόγου, στην επιχειρηματολογία ή τις μαθηματικές δεξιότητες. Στην πράξη δηλαδή εκδηλώνονται ως διαταραχές στην κατανόηση, στη σκέψη, στο λόγο, στην ανάγνωση, στη γραφή, στην ορθογραφία ή στην αριθμητική. Σαφώς στις ΜΔ δεν εντάσσονται εκείνα τα προβλήματα μάθησης που οφείλονται σε οπτικές, ακουστικές και κινητικές ανεπάρκειες, σε νοητική καθυστέρηση, σε συναισθηματικές διαταραχές κλπ.

Αυτό που κάνει ευδιάκριτη την ύπαρξη των ΜΔ είναι το γεγονός ότι τα παιδιά εμφανίζουν μία διακύμανση ανάμεσα στην αναμενόμενη επίδοση και στην πραγματική σε μία ή περισσότερες περιοχές μάθησης. Οι ενδείξεις και τα προγνωστικά σημεία εντοπίζονται στα παιδιά πριν από την έναρξη της τυπικής εκπαίδευσης. Μάλιστα, πολλές φορές οι ΜΔ συνυπάρχουν με άλλες διαταραχές  (συννοσηρότητα). Ανάλογα την ένταση, τη σοβαρότητα και τον τύπο των δυσκολιών που παρουσιάζουν τα παιδιά, θα πρέπει για τα άτομα αυτά να υιοθετείται μία διαφοροποιημένη εκπαιδευτική υποστήριξη που να καλύπτει τις δυνατότητες και τις αδυναμίες τους.

Η ανάγνωση, γίνεται υπερβολικά αργά, με μονότονο ρυθμό, πολλά λάθη, ενώ τα παιδιά δυσκολεύονται να αποκωδικοποιήσουν το γραπτό ή τη χειρόγραφη γραφή, ακόμη κι αν είναι δική τους. Αντικαθιστούν λέξεις, παραλείπουν άρθρα, μπερδεύουν γράμματα, προφέρουν λανθασμένα κλπ. Στον τομέα της ορθογραφίας και της παραγωγής γραπτού λόγου, εμφανίζουν περίεργη ορθογραφία, έχουν δυσανάγνωστη γραφή και επίμονες αναστροφές. Δεν είναι λίγες οι φορές που κυριαρχεί ασυνέπεια στην ορθογραφία της ίδιας λέξης ακόμα και στην ίδια πρόταση. Πραγματοποιούν λάθη στη γραφή μεγάλων λέξεων, δε χρησιμοποιούν καθόλου τη στίξη ή την χρησιμοποιούν λανθασμένα. Επιπλέον, γράφουν αργά, έχουν φτωχό λεξιλόγιο, κακή εικόνα γραπτού, έλλειψη φαντασίας και πρωτοτυπίας, διατηρούν κακό χειρισμό της σύνταξης κλπ.
Στον προφορικό λόγο, έχουν μία ελαφρά καθυστέρηση, ενώ παρουσιάζουν ομοιότητες με τον γραπτό. Επίσης, είναι αξιοσημείωτη η δυσχέρεια στη βραχυπρόθεσμη μνήμη ∙ δεν συγκρατούν πληροφορίες ή οδηγίες για καιρό, δεν μπορούν να αποστηθίσουν  πράγματα.  Άλλα γνωρίσματά τους είναι η δυσκολία στη διατήρηση της προσοχής τους σε ένα έργο, καθώς  αποσπάται εύκολα και η υπερκινητικότητά τους. Επιπρόσθετα, τα άτομα με ΜΔ δυσκολεύονται να ακολουθούν οδηγίες, έχουν φτωχή ικανότητα συντονισμού, αδυνατούν να κατανοήσουν τις έννοιες που σχετίζονται με τον χρόνο και τον χώρο. Παράλληλα, εμφανίζουν προβλήματα στην οργάνωση και την τακτοποίηση. Είναι συνηθισμένο να παρουσιάζουν παρορμητική συμπεριφορά,  αδυνατούν να βρουν τον κατάλληλο τρόπο για να εκφράσουν κάτι και παρουσιάζουν ασυνέπεια στη σχολική απόδοση.

Επιπρόσθετα, αξιοσημείωτο είναι ότι πολλές φορές χαρακτηρίζονται από ανώριμο τρόπο ομιλίας, δυσκολεύονται στην καλή ακρόαση. Ακόμα,  παρερμηνεύουν εύκολα τα λόγια των άλλων, δεν κατανοούν λέξεις ή έννοιες,  επιμένουν στην άποψή τους - ακόμα κι αν είναι λάθος-  παρουσιάζουν προβλήματα στην αντιμετώπιση των καταστάσεων στη ζωή τους.

Λόγω της σχολικής αποτυχίας πολλές φορές λειτουργούν με υπερευαισθησία στην κριτική, έχουν χαμηλή αυτοεικόνα, έλλειψη αυτοεκτίμησης και αυτοπεποίθησης και γι’ αυτό χρειάζονται συνεχή ενθάρρυνση. Γενικότερα τα παρατούν πάρα πολύ εύκολα, δεν έχουν κίνητρα, θέτουν χαμηλούς στόχους για τον εαυτό τους. Υιοθετούν μία παθητική μορφή μάθησης. Αυτό, οφείλεται στο γεγονός ότι η επαναλαμβανόμενη σχολική αποτυχία που βιώνουν τους κάνει να πιστεύουν ότι η νοητική τους ικανότητα είναι πάρα πολύ χαμηλή και ότι η προσπάθεια που καταβάλλουν μπορεί να είναι μάταια. Ως επακόλουθο,  αποστασιοποιούνται από τις σχολικές δραστηριότητες και συνεχώς εξαρτούνται από άλλους

Οι μαθησιακές δυσκολίες, μπορούν να κατηγοριοποιηθούν με βάση τον τύπο της επεξεργασίας των πληροφοριών που επηρεάζεται από τη δυσκολία του ατόμου ή σύμφωνα με τις ειδικότερες δυσκολίες που προκαλούνται από την ανεπάρκεια στην επεξεργασία. Έτσι, προκύπτουν οι κατηγορίες των Αναγνωστικών Δυσκολιών, της Δυσλεξίας, , η Διαταραχή της Γραπτής Έκφρασης/ Δυσορθογραφία/ Δυσγραφία, η Δυσαριθμησία, η Ειδική Διαταραχή του Λόγου/ Δυσφασία, η Εξελικτική Διαταραχή Συντονισμού/ Δυσπραξία, η Διαταραχή Ελλειμματικής Προσοχής με ή χωρίς Υπερκινητικότητα  (ΔΕΠ-Υ).  

Δε  σημαίνει βέβαια ότι, επειδή ένα παιδί παρουσιάζει κάτι από τα παραπάνω, έχει ΜΔ. Για να ισχύει αυτό, θα πρέπει να συγκεντρώνει αρκετά από να προαναφερθέντα χαρακτηριστικά για ένα ευρύ χρονικό διάστημα. Επίσης, τα συμπτώματα ποικίλουν από άτομο σε άτομο και δεν μπορεί ο κάθε γονιός να βγάζει ένα συμπέρασμα, επειδή το παιδί του μοιάζει με ένα άλλο παιδί που μπορεί να έχει ΜΔ. Όταν οι γονείς αντιλαμβάνονται κάτι, θα πρέπει καλύτερα να απευθύνονται σε κάποιον ειδικό ή σε κάποιο κέντρο διάγνωσης.

Μαρδά Ιωάννα
Φιλόλογος, M.Ed. (Master of Education)

Print