Ενδιαφέροντα άρθρα

Αγαπημένο μου Αίγιο - Γράφει ο Ι.Ε. Θεοδωρόπουλος, τ. Καθηγητής Φιλοσοφίας των Επιστημών της Εκπαίδευσης

Με αφορμή το βιβλίο της Μαρίας Παναγιωτακοπούλου «Κάποτε στο Αίγιο. Ιστορίες του Μεσοπολέμου», Αίγιο  2018


Επέστρεφε συχνά και παίρνε με,
αγαπημένη αίσθησις επέστρεφε και παίρνε με …(Κ.Καβάφης, Επέστρεφε)

α. Κλητικά προκαταρκτικά

Επιστροφή, μετά από τόσα χρόνια, στο Αγαπημένο μου Αίγιο! Όχι, και πάλι όχι, δεν πρόκειται για αναφορά σε  «εικόνες» που λίγο-πολύ οδηγούν σε «αναζήτηση του χαμένου χρόνου»(Μ.Proust). Για μια ευκαιρία  μάλλον πρόκειται. Όλοι λίγο-πολύ τη θέλουμε, για να  ενορχηστρώσουμε την υπερ-ύπαρξή μας. Ναι, και πάλι ναι, αυτή που αλαφιασμένη χάνεται σε τόσες απροσδιοριστίες και εν τούτοις  επανευρίσκεται, έχοντας μάλιστα υπερβεί τους προκαθορισμούς της περασμένης ζωής. Και τότε είναι που κατανοεί καθένας τον εαυτό του καλύτερα από ό,τι αρχικά τον είχε κατανοήσει. Μεσολαβεί, βλέπεις, η  επιταγή που «βασιλεύει» στην ερμηνευτική, η  Distanz.
Tο δέλεαρ των αναγκών της καθημερινότητας, η μέδουσα της  ύπαρξης,  μας κουμαντάρει και κάποτε μας σαγηνεύει. Που καιρός για φως και ομορφιά. Τα βλέπουμε όλα μαύρα. Άλλοτε νεροκουβαλητές  και άλλοτε αχθοφόροι ατελέσφορων, όπως  η ιστορία και η επικαιρότητα μας βεβαιώνουν, κοσμοθεωριών. Καιρός όμως πάντα υπάρχει  για το καλύτερο, για τον πολιτισμό, τη λογική και την αισιοδοξία.

Επιστροφή, μετά από τόσα χρόνια, στο Αγαπημένο μου Αίγιο! Παραφράζοντας τον B.Brecht: «Αδυναμίες. Καμία δεν είχες. Εγώ είχα μία. Σ΄ αγάπησα». Εκεί που υπολόγιζες ότι τα πάντα ιθύνουν ο φόβος, ο πόνος και  ο θάνατος- καλύτερα, όπως τα ζώα, να μην γνωρίζαμε ότι υπάρχει, θα πείτε, όσοι διαβάσατε την «Δεύτερη ανεπίκαιρη θεώρηση της ιστορίας» του Νίτσε!-νάσου και κάτι μικροπραγματάκια παραφυλάνε, γεμάτα σαγήνη και αυταπόδεικτη αλήθεια. Όμως ας «είμαστε λάθος», δεν χάνει η ζωή τη δύναμή της. Την αρνούμαστε γεμάτοι παράπονα, απελπισμένοι, έκθετοι στις παρενέργειές της. Και στο άγχος ότι δεν κατορθώσαμε, σε προσωπικό και συλλογικό επίπεδο, όσα θέλαμε. Και πάλι, ας «είμαστε λάθος», δεν χάθηκε… ο κόσμος. Περπατώντας στην οδό Ερμού στο Αίγιο δικαιούσαι να μιλάς για «τέλος εποχής», αλλά όχι της ζωής και του πολιτισμού. Και τα δύο αυτά δεν είναι κανενός παρελθόντος κεκτημένα.

Ναρκώσαμε την ιερότητα των αισθήσεων και κυρίως της ακοής. Δεν χρειάζεται να θέλουμε κατάκοποι, σώνει και καλά, να “ξανακερδίσουμε” “το χαμένο χρόνο”. Καλύτερα να  ακούμε κάθε στιγμή Kάτι από την ύπαρξή μας, αλλά και από τις ομορφιές της ζωής. Όχι προς Θεού αναζητώντας ισοδύναμα  με τη φαντασία μας, στην παιδική, όσο και παραπλανητική, αθωότητά μας, αλλά με την τέχνη να κρυφακούμε τα πάντα. Και το παρελθόν, χωρίς να το εξιδανικεύουμε ή να το μαυρίζουμε. Καλύτερα πάντως να μπορούμε να «ακούμε» κι εκεί που νομίζουμε ότι αρκεί να βλέπουμε.

Το άκουσμα είχε από γεννησιμιού μας τη γοητεία του. Έρχεται από παντού, έχει κάτι μυστηριώδες, μας προσ-καλεί. Το βλέμμα όμως είναι ευθύγραμμο, το αντικείμενό του μας προ-καλεί. Το κακοποιούν άγαρμπα ιδεολογικές συνομοταξίες και θρησκευτικές χειροπέδες. Τότε βλέπεις όμως μόνο ό,τι προκαθόρισες.  Καθείς και οι αισθήσεις  του! Προσωπικά συνιστώ και για το Αίγιο την ερμηνευτική  του ωτοακουστή εικόνων. Να εντείνεις, εννοώ, την προσοχή σου σ΄ αυτές, όταν  πασχίζεις να ακούσεις κάτι  μη χρηστικό που έρχεται από μακριά και σε καλεί να διαλεχτείτε. Αλλά και εκείνο που είναι τόσο κοντά σου και αδυνατείς να το διακρίνεις, γιατί λείπει ο προαναφερθείς όρος κάθε ψύχραιμης ερμηνείας.

Να ακούς, λοιπόν, την αλλαγή «παραδείγματος» πολιτισμού και σκέψης. Φτιάχνεις τότε, υπονομεύοντας τη διαίρεση περασμένα-επόμενα, τον κόσμο  διαφορετικά. Εν εναντία περιπτώσει εξαντλείται η εικόνα στα αυτονόητα, σε ό,τι ήδη και ο πιο αδαής γνωρίζει. Τι εννοώ πάλι; Είπαμε, η οδός Ερμού, δεν χρειάζεσαι συμβολισμούς και αλληγορίες, αν είναι να μείνεις στο αυτονόητο, ή απλώς και μόνο να θυμάσαι νοσταλγικά, ή να καταρρέεις. Για να συλλάβεις όμως κάτι βαθύτερο από την ουσία της πόλης, γίνε «αυθαίρετος»: η Ερμού είναι κοιλάδα, οι πάλαι ποτέ, οι χαμένες μαούνες του λιμανιού και της χαρτοποιίας την γεμίζουν με σκανδιναβικές νερομπογιές. Μπορείς προφανώς να ζεις χωρίς τη μέγγενη του παρελθόντος και του μέλλοντος.

β. Όταν «ακούς με τα μάτια και βλέπεις με τα αυτιά»

Tο βιβλίο της Μαρίας υποδαυλίζει την ακοή μου. «Ακούστε» τώρα και εσείς λίγες ενδεικτικές εικόνες με μεγαλείο συμβόλων από το αγαπημένο μου Αίγιο, με φόντο πάντα και την καταγωγή μου.

Έτος 1961, είμαι 12 χρονών και έρχομαι στο Αίγιο να δώσω εισιτήριες εξετάσεις. Βγαίνομε από το τριζονιώτικο καϊκι έχοντας περάσει τον Κορινθιακό ωκεανό ξερνώντας και με σημαία τους φόβους μας. Μπαρουτοκαπνισμένοι από μαϊστρο. Ένα κάρο, αυτό του Γρηγόρη, θα μεταφέρει κοφίνια  και «πράγματα» παντού. Η Zivilisation  αργούσε, αλλά το μάτι μας παρέμενε σπινθηροβόλο στης τραχιάς ζωής τη σημαία.

Ανηφορίζοντας βλέπω πρώτη φορά κάποια αυτοκίνητα, το σκίτσο στο «θρυλικό» Αναγνωστικό δεν τους μοιάζει με τίποτα. Το Γυμνάσιο μεγαλόπρεπο, έχουμε έκθεση, ο Γυμνασιάρχης κ. Κακόπουλος γράφει  στον πίνακα για έκθεση τέσσερις λέξεις μια κάτω από την άλλη: δρόμος, παιδία, αυτοκίνητο, γιατρός. Να γράψουμε μια ιστορία. Ιδέα δεν είχα τι ζητούσε το θέμα, τι τίτλο να βάλω, από χωριό ορεινό ερχόμουνα. Στους δρόμους του μόνο ζώα. Το αυτοκίνητο που θα συναντούσες απείχε 4 ώρες με τα πόδια. Δεν είχα πάει. Γιατρός; Ερχόταν για τα εμβόλια καβάλα σε μουλάρι, ευγενής άνθρωπος δε λέω, μα φόβος και τρόμος μας έπιανε, πυρετός βλέπεις ακολουθούσε. Σύμβολο θανάτου παρά υγείας. Η σημερινή τροχιά των εκπαιδευτικών πραγμάτων σου φανερώνει όλα όσα νόμιζες πως  σου κρύβονται.

Στο πρώτο θρανίο μιας αίθουσας ο καθηγητής κ.Σωτηρόπουλος με εξετάζει θρησκευτικά! Ήρεμος, δεν σε.. ενοχλεί. Τον χαιρετώ, κατά τα ειωθότα, με το πηλήκιό μου αργότερα ως γυμνασιόπαις - μάλλον  κατά λάθος εισήχθην, ή η Τρυπητή έβαλε το χέρι της-  στην άνοδο της Μητροπόλεως (παραδόξως τον συναντούσα πάντα στο ίδιο σημείο) στο ύψος του καφενείου «Βύρων».  Η  αγαθότητα έχει το ίδιο μερίδιο στην ανηφόρα με το βασιλικό στέμμα ενός καπέλου.

Ο κ.Ασημακόπουλος κάθεται στην έδρα και μας  διδάσκει το ειμί. Μας ζητάει να το λέμε με μια λέξη: ειμιειεστιεσμενεστεισι, χωρίς ανάσα. Ο διάδοχός του ο κ.Σπήλιος κάθεται επίσης μονίμως στην έδρα και σχολιάζοντας αρχαία ελληνικά κείμενα είναι όλο παρεκβάσεις για τη ζωή και τα δένδρα του. Οι καθηγητές της γλώσσας, δεν είναι πάντα αθώα  δείγματα αντοχής στους προπηλακισμούς της κάθε ιδεοληψίας.

Ο καθηγητής θρησκευτικών Παπαδημητρίου πάσχει από επιληψία και μένει άγαλμα, τρέχουμε στο Δ/ντη. Ο Λυκειάρχης απαγγέλλει συνεχώς Καβάφη. Εκδρομή στο χωριό Τράπεζα. Τα κορίτσια του «Πρακτικού» μου φαίνονται τόσο μεγάλα! Ο ευτραφής καθηγητής Γυμναστικής κ.Σπανός συνήθως απουσιάζει, συμπαθέστατος, είναι εποχή βαθμών, μας εξετάζει στην χωμάτινη εκτός αυλής αλάνα  ζητώντας μας επικύψεις. Γέλια! Ο κ.Κανιός τουλάχιστον, αν και αμίλητος, σε γύμναζε!

Ποικιλόμορφος κόσμος, πλούσιος από αντιφάσεις, μικρογραφία μιας πρώτης ύλης για υπαρξιακή ολονυχτία.

Ο καθηγητής Φυσικής κ.Πριόβολος στο κουρείο. Περιμένω κι εγώ για το γνωστό «λουλί». Διαβάζει εφημερίδα και μιλάει με τον κουρέα καθώς κοιτάζει μια φωτογραφία, στην οποία ο Τουμπέλης βάζει με ανάποδο ψαλίδι, με πλάτη προς το τέρμα, γκολ. «Βρε το κολόπαιδο» αναφωνεί, ξεχνώντας, ίσως, ότι ένας μικρός μαθητής είναι πίσω του. Οι λέξεις είναι χειρονομίες καλής θέλησης και πρώτης τάξεως ευκαιρία, αν θέλεις να ακούς λίγο πιο πάνω από την κλίμακα του καθώς-πρέπει.

Η φάμπρικα σφυρίζει αλλαγή βάρδιας, ακούγεται παντού. Ψάρια και εδώδιμα αποικιακά, σφαγεία που σφύζουν. Μεγάλη Παρασκευή στην «πλατεία» μεταξύ Ερμού και Νοσοκομείου, πώληση αμνοεριφίων.  Ο εκ της Αριμαθαίας Ιωσήφ- συν το Νικοδήμω- επί τω ιερώ έργω. Το Άσπιλο δε χάνεται.

Τελειώνω το λύκειο και εισάγομαι στο Παν/μιο με τα περισσότερα μόρια από τους συμμαθητές μου. Σκεφτείτε πως εισήχθην στο Γυμνάσιο. Είπαμε, μάλλον λόγω Τρυπητής. Έχασα έκτοτε τους συμμαθητές μου και με έχασαν. Ήταν ο ένας καλύτερος από τον άλλο, αν και «ξένος» στο Αίγιο  αισθανόμουν χάρη στην καλοσύνη και την ευγένειά τους εξαιρετικά οικείος. Τους έχασα,  πλην του Αποστόλη, του Δημήτρη και του Γιώργου, και του άλλου Γιώργου του κατά τι νεότερου. Αυτό που εν τέλει μένει δεν είναι νοσταλγία, όσο γεύση ζωντανή μιας ιερής στάλας του χρόνου.

Στο Αίγιο οι μεγάλες ομάδες ποδοσφαίρου των Αθηνών. Παντού πούλμαν οπαδών. Γιορτή! Ο Δομάζος πηγαίνει στο καφενείο του, παίχτη -σύμβολο, Νικολαϊδη. Χαμός. Φεύγουν από εκεί μαζί με τα πόδια. Τους ακολουθούμε ως εάν να ήταν θεοί. Ο Πανάκης στο ξεκίνημα σουτάρει, αλλά ο Βόμβας το πιάνει και βλοσυρά με σηκωμένο δάκτυλο του φωνάζει «στο είχα πει». Έχει φλέβες γεμάτες τρικυμία η βούληση για δύναμη, η ύπαρξη στη μηδαμινότητα της απάνω, ή στις καλές στιγμές της, λησμονάει το βραχνά και την πάχνη των φιλοσοφικών αναλύσεων.

Πρωί-πρωί Δευτέρα στα κάγκελα του σχολείου οι δύο αθλητικές εφημερίδες. Καθημερινά στο ίδιο σημείο μαγικές τυρόπιτες! Εκεί που την  Άνοιξη έχει χωνάκι παγωτό. Ορμούσαμε σαν τις μέλισσες και ο δυστυχής πωλητής, - ο τόσο συμπαθής- έχανε τα αυγά και τα καλάθια! Κυριακή ποδόσφαιρο, κινηματογράφος- ταρζάν, καουμπόϊκα, ασπρόμαυρες ελληνικές με μπουζούκια και Πόλυ Πάνου - και νυφοπάζαρο, πασατέμπο και κορνέ, κόσμος στη βιτρίνα με τα αποτελέσματα Προπό. Ιταλικές ομάδες στην πρώτη γραμμή. Για να θυμόμαστε πως είμαστε φλογισμένοι από αγνό αέρα, μα και από σάρκα, φίλοι του αμάραντου και της μαντζουράνας.

Στο Αίγιο ήρθε ο Ι.Μ.Παναγιωτόπουλος μιλάει στον κινηματογράφο -σε έναν από τους τρεις-  μετά την πλατεία, αριστερά προς Κουλούρα.  Κάπου  σε μικρή αίθουσα απέναντι γίνεται κατηχητικό από έναν σεβάσμιο Αρχιμανδρίτη που όλο  χαμογελά. Παραμονές εκλογών. Στην πλατεία, στο μπαλκόνι της Εθνικής,  χαιρετισμός από τον «Γέρο της Δημοκρατίας» που πηγαίνει  για κεντρική ομιλία σε μεγάλη συγκέντρωση «στας Πάτρας». «Λαέ του Αιγίου, είναι γεγονός ότι και η  ΕΡΕ έχει μεγάλας συγκεντρώσεις, αλλά τας έχει μόνον εις το ραδιόφωνον». Δίπλα του ο Ανδρέας. «Τη γνώμη των δυνατών ποιος θα μπορέσει να τη γυρίσει/ποιος θα μπορέσει ν΄ ακουστεί; (Σεφέρης, Ποιήματα)

Τα βράδια το ηλεκτρικό φως με θαμπώνει, δεν υπήρχε ρεύμα στο χωριό μου. Βλέπω από το παράθυρό μου το λιμάνι φωτισμένο, μαγεία. Βλέπω τα δύο εργοστάσια, τις αποθήκες και το τραίνο, τον καρβουνιάρη, που αγκομαχάει μετά την Τρυπητή προς Ροδοδάφνη. Χωματόδρομος η Κωνσταντινουπόλεως- σήμερα ένα όμορφο πλακόστρωτο!-περνάει ένα αυτοκίνητο κάθε 2-3 ώρες, ένα ρίχνει λάσπη σε δυο-τρεις που συζητούν όρθιοι και εκρήγνυνται κατά της «πλουτοκρατίας». Στην σκάλα  που  κατεβαίνεις μέσα από τη μεγάλη τρύπα προς παραλία- βρωμάει κάτουρο και ανθρώπινα σκατά-  ζευγαράκια άλλοτε φιλιούνται και άλλοτε κάνουν έρωτα. «Άμα θελήσεις ποτέ τον ανθό της ζωής μου, έλα και κοψ’ τον» (Τσέχωφ, Ο γλάρος)

Έρχονται πολλά καράβια από το εξωτερικό  λόγω Χαρτοποιϊας. Ρίχνουν, άγκυρα συχνά νύχτα και με ξυπνούν ευχάριστα. Λάμπει το λιμάνι από τα φώτα τους, μπορεί να είναι ταυτόχρονα και 5-6 αραγμένα.  Κοιτάζω το μεσημέρι συχνά τον αέρα, μαΐστρος φουλ από δυτικά, πως θα φύγει το καϊκι για τα Τριζόνια; Το παρακολουθώ πάει κόντρα προς το ποτάμι και γυρίζει πρίμα σηκώνοντας το πανί.  Με το κρύο κοιτάζω ανατολικά, φουλ βοριάς, ίδιο σενάριο, πάει ανατολικά μέχρι το ακρωτήρι και από εκεί βγαίνει γρήγορα απέναντι στον Άγιο Σπυρίδωνα. Και με της θάλασσας τα χρώματα ακούγονται της συνείδησης παρακάλια. Κορμιά και  τα κύματα, στράφι ο αφρός τους, αλλά ευτυχώς ο βυθός δεν τον κηλιδώνει.

Εικόνες, προς ώρας, τέλος!

γ.  Σε αναζήτηση της χαμένης αισιοδοξίας

Άκουσέ με! Μπορείς τώρα ν΄ ακούσεις τούτες τις παραπάνω εικόνες;  Και ακοή και γεύση χρειάζεται- θα το γευτούμε λέει ο λαός μας-.αλλά όσφρυση για να «πάρουμε μυρωδιά» της πραγματικότητας. Συναγερμός όλων των αισθήσεων!  Προτείνω να παρουσιάσει κάποιος σημερινές εικόνες του Αιγίου ακολουθώντας τη γραφή της κρυφο-ωτοακουστικής μου αισθαντικότητας. Εκθειάζουν πολλοί το παρελθόν. Δεν ήταν ούτε όμορφο- είχε ημιμάθεια και επαρχιωτίλα-, ούτε όμως και τραγικό, είχε αρχοντιά και ανθρωπιά. Ήταν «η εποχή του». Είναι κρίμα που σπάνια συναντάς σήμερα στο Αίγιο, αλλά και στον τόπο μας γενικώς, ανθρώπους ευχαριστημένους. Όλοι εκφράζουν ένα αίσθημα  δυσφορίας για τα όντως υπαρκτά προβλήματα. Οράματα, επίσης, κάνουν πολλοί για το μέλλον. Απομεινάρια τραγικής αποτυχίας των μεγαλόστομων ιδεολογιών.

Αποχαιρέτα την Αλεξάνδρεια! Όλοι με το βλέμμα στο μέλλον, όχι πως είναι κακό, αλλά η συνεχής αναβολή της ευτυχίας, η μετάθεσή του στην «έσχατη» ευδαιμονία, αναπαράγει κοινωνική μελαγχολία. Την ίδια που προκάλεσε η  τραγική κατάληξη του «υπαρκτού», αλλά και η συνεχώς επαναλαμβανόμενη θρησκευτική φοβία, οι ενοχές και η αγωνία της κρίσης που καλλιεργείται σε αγαθούς ανθρώπους. Η έλευση του Αντιχρίστου προ των πυλών!  Αναμετρήσου με την κατάστασή σου, ενώπιος ενωπίω. Ο Χριστός είναι «ανίκανος» να πράξει το κακό σου, είναι μόνο αγάπη.

Η πόλη του Αιγίου δεν έχει μόνο προβλήματα. Έχει Εκκλησιαστική ζωή, έχει δυναμικούς τοπικούς άρχοντες, έχει και καλό νοσοκομείο. Έχει πολιτισμό, τέχνη, μουσική, δράσεις, όλα προσιτά από όλους. Έχει γιόγκα, αλλά εξακολουθεί να έχει και Παναγία Τρυπητή.  Έχει λαμπρούς επιστήμονες, επιχειρηματίες, εργάτες, αγρότες, εργαζομένους κάθε είδους, εκπαιδευτικούς από χρυσάφι και μαθητές που διαπρέπουν. Έχει έντιμους βιοπαλαιστές, αλλά και όμορφες νέες και όμορφους νέους. Είναι τόσο ωραίο, που δεν το γνωρίζω. Οικοδομική έκρηξη, καταστήματα με σύγχρονο διάκοσμο. Η παραλία αγνώριστη, την απολαμβάνεις. Το λιμάνι «άνοιξε» φθάνει μέχρι το ποτάμι! Τόσο αυτονόητα όλα τούτα; Και το σημερινό Αίγιο «είναι η εποχή του».

Μια αντιπαραβολή με τις παραπάνω εικόνες του παρελθόντος  είναι χρέος και ανάγκη, χωρίς όμως να μεμψιμοιρούμε, να αμβλύνεται η κρίση μας και να πέφτουμε στη μαύρη τρύπα του ανικανοποίητου. Αγαπούμε, και καλά κάνουμε το «Παλαιό», όπως, καλή ώρα τον παππού και τη γιαγιά! Ποιος όμως σήμερα θα άντεχε  να ζήσει χωρίς βιβλιάριο υγείας και αξονικό τομογράφο; Σίγουρα, για όσο καιρό ακόμα και ένας άνθρωπος πεινάει ή μένει άνεργος και άστεγος, δεν μπορείς να  κοιμάσαι ήσυχος.  Μεταξύ όμως «χαμένου παράδεισου» και «εσχατολογικής ευδαιμονίας» υπάρχει η πανοπλία της υπερ-ύπαρξής σου. Φόρεσέ την και πάρε τα μάτια σου από «περασμένα μεγαλεία» και ανεδαφικές προσδοκίες. Πρόσω ολοταχώς.

Περιμένω ν΄ ακούσω τις σημερινές εικόνες σου - δε λέμε «άκου να δεις»;-, χωρίς όμως αυτή τη φορά παράπονα και αφορισμούς. Επέλεξε μια φορά κρυφο- ωτοακουστική. Θα εκπλαγείς από την ομορφιά της ζωής.

ΣΗΜ. Ας είναι καλά η Μ. Παναγιωτακοπούλου που μας εμπνέει. Σ΄ ευχαριστώ Μαρία.


*Ο Ιωάννης Ε. Θεοδωρόπουλος γεννήθηκε το 1949 στη Σεργούλα Φωκίδος. Είναι τέως καθηγητής Φιλοσοφίας των Επιστημών της Εκπαίδευσης. Είναι Πτυχιούχος της Φιλοσοφικής Σχολής (Τμήμα Ιστορικό-Αρχαιολογικό) του Καποδιστριακού Παν/μίου Αθηνών, κάτοχος μεταπτυχιακού-παιδαγωγικού τίτλου ελλήνων εκπαιδευτικών της P.H.Esslingen, παρακολούθησε για 4 εξάμηνα μαθήματα Ιστορίας στο Παν/μιο της Stuttgart και  είναι διδάκτωρ του Πανεπιστημίου της πόλης Tübingen. Υπήρξε αναπληρωτής συντονιστής Συμβούλων Δυτικής Ευρώπης, Σύμβουλος Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης στο Ελληνικό Γενικό Προξενείο της πόλης Stuttgart, ελεύθερος επιστημονικός συνεργάτης της P.H. Esslingen, εντεταλμένος διδάσκων στην P.H.Ludwigsburg, επίκουρος και αναπληρωτής καθηγητής της Φιλοσοφικής Σχολής του Πανεπιστημίου Κρήτης, υπεύθυνος του Τομέα της Παιδαγωγικής του Τμήματος Φ.Κ.Σ, καθώς επίσης καθηγητής και Δ/ντης της ΑΣΠΑΙΤΕ/Παράρτημα Πατρών. Έχει συγγράψει πολλά επιστημονικά βιβλία και άρθρα στην ελληνική και γερμανική γλώσσα, έχει μεταφράσει στην ελληνική τέσσερα γερμανικά βιβλία και είναι ιδρυτής και υπεύθυνος του φιλοσοφικού-παιδαγωγικού περιοδικού «Παιδαγωγικός Λόγος». Διαμένει μόνιμα στην Παραλία Σεργούλας.
mail: This email address is being protected from spambots. You need JavaScript enabled to view it. , τηλ. 6977317847 και 2634091185

Print