Απόψεις

Ακόμα ένα άρθρο γεμάτο γκρίνια

Έχετε παρατηρήσει τελευταία ότι γκρινιάζουμε για τα πάντα, χωρίς λόγο; Το διαδίκτυο έχει γίνει μια μεγάλη και ατελείωτη λίστα διαμαρτυρίας; Αναρωτηθείτε, πότε ήταν η τελευταία φορά που πέσατε πάνω σε ένα άρθρο παρότρυνσης, που να σας δίνει πραγματική πληροφορία ή να σας ενθαρρύνει να κάνετε κάτι; Παίρνω για παράδειγμα το πρόσφατο «κράξιμο» για εκείνον τον τούρκο ηθοποιό (του οποίου το όνομα αυτή τη στιγμή μου διαφεύγει) και τις θαυμάστριες που μαζεύτηκαν να τον δουν.

Η αστυνομία του διαδικτύου σε χρόνο λιγότερο από το ανοιγοκλείσιμο των ματιών γέμισε τα timeline με γκρίνια περί «κατάντιας», «προβάτων», «χαμηλού επιπέδου» και όλες αυτές τις εκφράσεις που συνήθως συνοδεύουν τέτοια σχόλια. Δεν μας αρέσει το ποδόσφαιρο ή οι Ολυμπιακοί Αγώνες, δεν μας αρέσει ο Ρουβάς ή ο Μπομπ Ντύλαν, δεν μας αρέσει η μία ή η άλλη pop κουλτούρα. Θεμιτό. Επειδή δεν μας αρέσει όμως δεν σημαίνει ότι εκείνες κι εκείνοι που την αποζητούν είναι ανόητοι.

Ειδικά μάλιστα αν κανείς ρωτήσει μερικές/μερικούς "τι θα προτιμούσαν" και εισπράξει ως απάντηση να μαζευτούν θαυμαστές κάποιου συγγραφέα και να θαυμάζουν το έργο του ή ακόμα περισσότερο αν σου απαντήσουν ότι αυτές/αυτούς δεν τους καλύπτουν τέτοιες συμπεριφορές, αλλά στην παρέα τους θα πιάσουν την υψηλή ανάλυση για το κρασί ποιάς χρονιάς είναι καλύτερο. Όποιος έχει ποτέ καθίσει σε παρέα με κουβεντούλα μηχανόβιων για τα μοντέλα κάθε εταιρίας ανά έτος ξέρει πως μόνο το αντικείμενο και το λεξιλόγιο αλλάζει - μόνο που για κάποιο λόγο όσοι μιλούν για κρασί θεωρούνται, ας πούμε, "ελίτ". Ασχέτως αν κάποιος για μια κάβα μπορεί να επενδύσει 50.000 ευρώ μια φορά και ο άλλος για να αγοράζει το πιο πρόσφατο μοντέλο της Ducati δαπανά κάθε χρόνο 15.000 - χρήματα που σε μένα φαίνονται περιττά και στις δύο περιπτώσεις, αλλά δεν μου πέφτει λόγος.

Η προσωπική μας προτίμηση δεν αρκεί για να βαπτίσει τα μέλη της μίας κατηγορίας ανώτερους και τους άλλους παρακατιανούς. Προσπαθούμε για μια κοινωνία που ο καθένας θα είναι ευτυχισμένος με τον τρόπο που η καθεμία και ο καθένας επιθυμεί. Αν ευτυχεί με το να «τρελαίνεται» για έναν ηθοποιό και να πληρώνει 200 ευρώ το αυτόγραφο, ή να βλέπει τελικό Champions League με 800 ευρώ εισιτήριο, ή να πληρώνει 1300 ευρώ για ένα μπουκάλι chateau Mouton-Rothcild του 2000, so be it. Μη γινόμαστε ξινοί όμως.

Για μια μερίδα ανθρώπων εξακολουθεί και υφίσταται μια λιγότερο ή περισσότερο προφανής σύνδεση ανάμεσα στην ευφυΐα ή την κουλτούρα που εξαρτάται από την σπανιότητα. Αυτό συμβαίνει διότι δεν είναι και τόσο εμφανές ότι στην εποχή όπου σχεδόν τα πάντα, ακόμα και το πιο εξεζητημένο γούστο είναι προϊόντα μαζικής κατανάλωσης, η παρακολούθηση φερ’ ειπείν ενός κοντσέρτου κλασικής μουσικής δεν αποτελεί πλέον προνόμιο μιας «άρχουσας τάξης» που μόνο αυτή είχε την οικονομική δυνατότητα άλλοτε να το παρακολουθήσει – επωφελούμενη έτσι από τη συνήθεια αυτή σε πολιτισμικό επίπεδο. Ούτε η ενασχόληση με κάτι τόσο «ταπεινό» όπως το ποδόσφαιρο είναι το ίδιο, επειδή και το ίδιο το ποδόσφαιρο δεν είναι πλέον ένα άθλημα «11 μαντράχαλων πίσω από μια μπάλα», αλλά ένα σπορ του οποίου η γνώση της τακτικής είναι κι αυτή μέρος της παρακολούθησης ενός αγώνα ποδοσφαίρου, οι εξειδικευμένες γνώσεις που απαιτούνται στην προπόνηση μια επιστημονική θεματική από μόνη της και η γνώση διαχείρισης οικονομικών, προσωπικής ζωής και κρίσεων προαπαιτούμενα για μια υψηλή σταδιοδρομία. Υπάρχουν δηλ. σε όλα τα αντικείμενα παράλληλες γνώσεις που δεν έχουν σχέση με το «πολιτισμικό υπόβαθρο» όσων τα προτιμούν ενώ και η μετάλλαξη των κοινωνικών σχέσεων έχει καταργήσει πολλά από τα γνωστά στεγανά περασμένων εποχών .

Το σύνολο της διακινούμενης παράλληλης γνώσης σε οποιοδήποτε αντικείμενο είναι πλέον τέτοιο, ώστε η ευφυΐα δεν έχει τόσο σχέση με τις προσωπικές μας επιλογές, το άθροισμα γνώσης επί ενός συγκεκριμένου αντικειμένου, ή κάποιες συγκεκριμένες νόρμες, αλλά με την ικανότητά μας αφενός να αφομοιώνουμε αυτές τις πρόσθετες γνώσεις (που δεν έχουν και τόση σχέση με το βασικό αντικείμενο) και αφετέρου να τις εφαρμόζουμε στα διαφορετικά επίπεδα κοινωνικών σχέσεων που αναπτύσσουμε. Διαφορετικά το πρόβλημα που τίθεται είναι η κοινωνικότητα και η εύκολη προσαρμογή μας σε δυναμικά και διαρκώς μεταβαλλόμενα περιβάλλοντα.

Οι προτιμήσεις μας δεν δείχνουν ευφυία ή "επίπεδο", αλλά περισσότερο την ιδιαιτερότητά μας ως άτομα με την οποία προσπαθούμε να διακρίνουμε τους εαυτούς μας ανάμεσα στο πλήθος που έχει σχεδόν την ίδια ευκολία να αναπτύσσει τις ίδιες προτιμήσεις με εμάς. Εν τέλει πρόκειται για ψυχαγωγία: Προτιμάμε την ενασχόληση με κάποια αντικείμενα μέσα στο πλαίσιο μιας μικρής απόδρασης από τα καθημερινά και τετριμμένα. Το τι επιλέγουμε γι’ αυτή την απόδραση δεν μας διαχωρίζει σε έξυπνους και ανόητους.

Στην τελική, μια χαρά ανόητοι και αντικοινωνικοί χαρακτήρες υπάρχουν και στους μεν και στους δε. Απλώς αλλάζει το κόστος και το σχήμα της περικεφαλαίας.

Χρήστος ΜαυρόγιαννηςΟ Χρήστος Μαυρόγιαννης γεννήθηκε στο Αίγιο Αχαΐας το 1975. Είναι παντρεμένος με την υψίφωνο και δασκάλα Μονωδίας, Μαρία Πεττεμερίδου με την οποία έχουν τρία παιδιά. Έχει ασχοληθεί επαγγελματικά με το χώρο του διαδικτύου, τις εκδόσεις, τη διαφήμιση και τις πωλήσεις επί 20 χρόνια, ενώ πρόσφατα μεταπήδησε στο χώρο των Ασφαλειών Ζωής και Υγείας. Είναι εν ενεργεία Γενικός Γραμματέας του κόμματος της Φιλελεύθερης Συμμαχίας (http://www.fisy.gr). Αρθρογραφεί σε online μέσα και έντυπα τοπικού και ειδικού χαρακτήρα για πολιτικά και οικονομικά ζητήματα, προσωπικής βελτίωσης και ασφαλιστικής διαμεσολάβησης.

Επικοινωνήστε μαζί του:

  • Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
  • Facebook
  • Twitter
  • Linked In

Saitis Home Έπιπλα