ΠΟΛΙΤΙΣΤΙΚΑ

Αφιέρωμα Πανηπειρωτικής Αδελφότητας Αιγιαλείας για την Απελευθέρωση των Ιωαννίνων (21 Φεβρουαρίου 1913)

«Δεν ήρθε πρώιμα η Άνοιξη κι ουδέ το Καλοκαίρι.
Χαιρόμαστε, χορεύουμε και ψιλοτραγουδάμε,
γιατί ελευθερωθήκανε, αητέ, τα Γιάννενά μας!»

Τα Γιάννενα σήμερα μετρούν 106 χρόνια ελεύθερης ζωής.

Η 21η Φεβρουαρίου του 1913 ήταν η μέρα που η ιστορική αυτή πόλη, η πόλη των θρύλων, των παραδόσεων, των γραμμάτων και του πολιτισμού, μετά από 482 πικρά και δύσκολα χρόνια (όσο διήρκησε η τουρκική κυριαρχία), ξύπνησαν ελεύθερα και απαλλαγμένα από το σκοτάδι που είχε επιβάλει ο τούρκος δυνάστης.
Στα χρόνια αυτής της πικρής σκλαβιάς, πολλές γενιές Ηπειρωτών γεννήθηκαν και πέθαναν, λαχταρώντας μια αχτίδα φωτός, ένα σημάδι λευτεριάς, όπως μας τραγουδάει και ο ποιητής μας Αριστοτέλης Βαλαωρίτης:

Επέσανε τα Γιάννενα             Η μάνα σφίγγει το παιδί
σιγά να κοιμηθούνε,                βαθιά στην αγκαλιά της,
εσβήσανε τα φώτα τους,            γιατί 'ναι χρόνοι δύστυχοι
εκλείσανε τα μάτια.                και τρέμει μην το χάσει….

Τα χρόνια αυτά ήταν ιδιαίτερα δύσκολα για τους Ηπειρώτες και τις Ηπειρώτισσες, όπως αυτό μαρτυρείται και από δημοσιεύματα της εποχής, όπως αυτό το άρθρο που ακολουθεί, του δημοσιογράφου της εποχής, Γιώργου Χατζή, που δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα «Ήπειρος», στο πρώτο φύλλο της στις 3 Μαρτίου 1913:

«…Έξω από την πόλη, χωριά ολόκληρα καίγονταν και ληστεύονταν καθημερινά από τον Τούρκικο στρατό. Γυναίκες βιάζονταν και έπειτα δέρνονταν μέχρι θανάτου. Ιερά σκεύη εκκλησιών παίρνονταν ως λάφυρα και πουλιόταν έπειτα στην αγορά των Ιωαννίνων από Λιάπηδες και Τούρκους στρατιώτες. Και ήταν τέτοιες οι πράξεις τους που προκαλούσαν μόνο φρίκη.
Μέσα στην πόλη υπήρχε διάχυτος ο φόβος και ο τρόμος. Ένα άγριο, βάρβαρο, άτιμο και πέρα από κάθε νόμο και πολιτισμό, σκληρό στρατοδικείο, καταδίκαζε και τιμωρούσε όποιον ήθελε. Πέντε έξι χαφιέδες αστυνομικοί και μερικοί Τουρκογιαννιώτες (Τούρκοι μουσουλμάνοι με μητρική γλώσσα την ελληνική) έγραφαν και μοίραζαν "ζουρνάλια" εναντίον του ενός και του άλλου, νύχτα και μέρα.

Μια κρεμάλα είχε στηθεί στο στρατοδικείο. Άλλη μια στην πλατεία. Άλλη έξω από την πόλη. Και ακούγονταν απαίσια κτυπήματα καρφιών τη νύχτα. Και το πρωί, γεμάτοι φόβο και τρόμο οι Έλληνες έκρυβαν τα δάκρυά τους και μάθαιναν τα δυσάρεστα νέα: «Σήμερα κρέμασαν έξι Χριστιανούς! Αύριο κρεμούν άλλους!»
Και το απαίσιο σχοινί δούλευε και οι απαίσιοι δήμιοι στρατοδίκες μαγείρευαν το μόνο φαγητό για την Τουρκογιαννιώτικη όρεξη: «Κρεμάλα στους Χριστιανούς!»

Βέβαια το φρόνημα των Ηπειρωτών, παρόλα αυτά τα ανείπωτα και τραγικά γεγονότα ήταν ακμαίο και μαζί με την αγάπη τους και την πίστη τους στην πατρίδα, όπως επίσης μαζί με πολλούς εθελοντές, από διάφορα μέρη της Ελλάδας και όχι μόνο, κατάφεραν το ακατόρθωτο: «Να πολεμήσουν με πείσμα στα χιονισμένα βουνά της Ηπείρου, στο Μπιζάνι και τη Μανωλιάσσα, όπου αναδείχθηκε όχι μόνο η Ελληνική στρατιωτική τέχνη και ικανότητα, αλλά και η ψυχική και σωματική δύναμη του Έλληνα στρατιώτη και να ελευθερώσουν τα Ιωάννινα από τον πολύπαθο ζυγό».
Έτσι στις, 21 Φεβρουαρίου του 1913, ο ελληνικός Στρατός, μετά από σκληρές μάχες που κράτησαν πάνω από τέσσερις μήνες συνολικά, κυριεύει το οχυρωμένο Μπιζάνι και απελευθερώνει τα Ιωάννινα από τους Τούρκους.
Ο Εσάτ Πασάς αναζητά όλη τη νύχτα το στρατηγείο του διαδόχου Κωνσταντίνου για να παραδοθεί. Οι αιχμάλωτοι φτάνουν τους 30.000 και ο Τούρκος κατακτητής, νικημένος και ντροπιασμένος, μάζεψε τ’ απομεινάρια της άλλοτε τρομερής στρατιάς του και έφυγε από την πόλη.
Η Ελληνική σημαία πλέον κυματίζει και πάλι περήφανη στο Διοικητήριο και στο κάστρο της πόλης.
Την εικόνα, μας μεταφέρει ο Αριστοτέλης Βαλαωρίτης στο ποίημά του με τίτλο: «επέσανε τα Γιάννενα»

Επέσανε τα Γιάννενα             Τρίζουν τ' Αλή τα κόκκαλα
βουβάθη το Μπιζάνι.             κι η λίμνη δεν αφήνει,
Μαζί κι η φύση σώπασε            τους στεναγμούς που βγάζανε,
και Άνοιξη πια κάνει.             οι νύφες κι η Φροσύνη.

Επέσανε τα Γιάννενα!             Λουλούδια και τριαντάφυλλα,
Στη σκλαβωμένη χώρα,            χίλιες φορές ανθίστε,
η λευτεριά εσκόρπισε,            τους τάφους των παλικαριών,
τα ποθητά της δώρα.            με χάρη να στολίστε.

Η είσοδος του Ελληνικού στρατού στα Γιάννενα, για τους κατοίκους της μαρτυρικής πόλης, ήταν ένα ασύλληπτο και μοναδικό γεγονός.

Όταν μπήκε ο Ελληνικός στρατός στα Γιάννενα η είδηση της απελευθέρωσης φτερούγισε γοργά από σπίτι σε σπίτι, από στόμα σε στόμα, σε όλους τους Γιαννιώτες που ήταν έτοιμοι σαν από καιρό για το μεγάλο πανηγύρι.
Οι κάτοικοι ξεχύθηκαν στους δρόμους και σχεδόν αυτόματα, απ’ όλα τα σπίτια και σ΄ όλους τους δρόμους, ξεπετάχτηκαν αναρίθμητες Ελληνικές σημαίες, σημαίες που ήταν για πολλά χρόνια καλά κρυμμένες στα σεντούκια και περίμεναν καρτερικά ετούτη τη μεγάλη στιγμή για να ξεδιπλωθούν και ν' ανεμίσουν στον ελεύθερο γιαννιώτικο ουρανό.

Ο χρονικογράφος της εποχής στην εφημερίδα «Ήπειρος», στις 3 Μαρτίου 1913, γράφει σχετικά:

«Η παράδοση των Ιωαννίνων είχε ήδη συντελεστεί και ο διοικητής του 3ου Πεζικού Συντάγματος Ιωάννης Γιανακίτσας, με δύο τάγματα, βρίσκονταν από τα μεσάνυχτα κοντά στην εκκλησία του Αγίου Ιωάννη Μπουνίλας (στη σημερινή Ανατολή), και σ' αυτή τη βιαστική άφιξη (του τμήματος του Ελληνικού στρατού λίγο έξω από την πόλη) , χρωστάει η πόλη μεγάλο μέρος από τη σωτηρία της.
Τι έγινε μετά από αυτή τη στιγμή, ούτε καμία πένα μπορεί να ζωγραφίσει, ούτε κανένας άνθρωπος να διηγηθεί, ούτε καμιά μνήμη να συγκρατήσει.»

Και συνεχίζει:
«Το κανονίδι πήγαινε καπνός κι όλη τη νύχτα τούτη μέχρι το χάραμα. Ο βρόντος τάραζε τα πάντα. Τα σπίτια και ο τόπος τρεμούλιαζαν σαν από σεισμό.
Οι Γιαννιώτες - άντρες, γυναίκες και παιδιά - με κολλημένα τα μάγουλα και τα μάτια στα "τζαμλίκια" των σπιτιών τους, έβλεπαν τους Τούρκους φαντάρους να μπαίνουν στην πόλη τσούρμο - τσούρμο και να τρέχουν κυνηγημένοι σαν τα αγρίμια να κρυφτούν...
Γέροντες μέσα στα σπίτια τους, ετοιμοθάνατοι κι άλλοι άρρωστοι σκλάβοι, κρατούσαν την ψυχή στο στόμα και πάλευαν να μην ξεψυχήσουν ετούτη τη μέρα...
Καρτερούσαν τη λευτεριά και ύστερα ας πέθαιναν.»

Η απελευθέρωση των Ιωαννίνων τραγουδήθηκε από πολλούς ποιητές, Έλληνες και μη:

«Τα πήραμε τα Γιάννενα»

Τα πήραμε τα Γιάννενα
Μάτια πολλά το λένε,
Μάτια πολλά το λένε,
Όπου γελούν και κλαίνε…. (Γιώργος Σουρής)

«Όταν πέσανε τα Γιάννενα».

Βαθιά οι πνιγμένοι ανάσαναν κι εκόχλασε το κύμα
κι εκρινοβόλησαν οι αφροί το υγρό της λίμνης μνήμα.
Κρινόσπαρτος παράδεισος τη νύχτα εκείνη εγίνη
κι ανέβηκαν οι δεκαεφτά με την κυρά Φροσύνη.
Σύρε, Φροσύνη, το χορό. Σφιχτά χειροπιασμένες,
σ’ ακολουθούν αχώριστες οι δεκαεφτά Παρθένες.
Λαλούν αθώρητα βιολιά κι αναγαλλιάζ’ η λίμνη
κι ο φλοίσβος της ακρολιμνιάς είναι τραγούδια κι ύμνοι.

Είναι πικρές οι θύμησες και στάζουνε φαρμάκι
μα στρέψε ιδέες, καταδιωχτοί, φεύγουν οι βουλολάκοι.
Ο Αλή πασάς από κοντά με μιαν οχιά για ζώνη
τραβά τα γέρικα μαλλιά, τα γένια ξεριζώνει.
Κι αν σε ρωτήσ’ η λίμνη σου: - Γιατί, Φροσύνη, νιώθω
στα στήθη μου αναγάλλιασμα, στα βάθη μου χαρά;
Πες της: -Η γαλανόλευκη, με τον αιώνιο πόθο
έφερε Φώτων το Σταυρό π’ αγιάζει τα νερά. (Ιωάννης Πολέμης)

«Ξύπνα καημένε μου πασά να ιδείς τα Γιάννενά σου.
Τα πήρανε οι Έλληνες, δεν είναι πια δικά σου.
Και για να παρηγορηθείς, βεζίρη μου κι αν κρίνεις,
ειπέ το της Βασιλικής και της κυρα-Φροσύνης.
Βοή κι αντάρα ακούγεται, βροντοκοπούν τουφέκια
και τα κανόνια πέφτουνε, σαν να 'ναι αστροπελέκια...» (δημοτικό τραγούδι)

Έτσι με τον ερχομό της Λευτεριάς, μας ήρθαν στην πόλη μας και όλα τα καλά πού ‘χαμε χάσει, προ πάντων το τελευταίο δίμηνο του πολέμου. Οι δρόμοι άνοιξαν. Οι επικοινωνίες μας με τον άλλο κόσμο ξανάρχισαν.

Τρόφιμα κι’ άλλα ψώνια έφθασαν απ’ ολούθε. Tα μαγαζιά μας ξαναγέμισαν.

Oι φούρνοι τώρα βγάζουν στην αράδα καρβέλια, οι ταβέρνες μαγειρεύουν, η μυρωδιά απ’ το ζεστό ψωμί κι απ’ τα φαγιά στις ταβέρνες μπουκώνουν τις μύτες μας σαν και πρώτα.

Tα Γιάννενα ζούνε τώρα χορτάτα. Τίποτα δεν τους λείπει.

Και πάνω απ’ όλα, δεν τους λείπει η Λευτεριά τους.

Το Δ.Σ.

PrintEmail

 

Saitis Home Έπιπλα

 Pizza IQ