|
New Page 1
"Η Πόλις Εάλω"-
550 χρόνια.
της Βάνας Μπεντεβή, φιλολόγου,
προέδρου της ΙΛΕΑ.
25 Μαϊου Κυριακή 2003, σε μια εκδήλωση στο ίδρυμα ΄΄Άγιος Χαράλαμπος΄΄; ΄΄Η Πόλη σκλαβώθηκε και πάνε τώρα 550 χρόνια΄΄, έλεγε σε όποιον τη χαιρετούσε η Κα Μαραγκού, τρόφιμη εκεί, που ήρθε από την Κωνσταντινούπολη το 1924! Η μνήμη ζωντανή!
* ΠΩΣ ΕΧΤΙΣΘΗ Η ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥΠΟΛΗ
Όντεν την θεμελιώνανε οι γι-άγγελοι την Πόλη,
που τ' Άγιο Όρος το νερό κι απού τη Χιό το χώμα
κι απού την Αντριανόπολη παίρνουν τα κεραμίδια.
Κι απής την αποχτίσανε οι γι- άγγελοι την Πόλη,
στέκου και συντηρούν τηνε κι αποθαμάζουντάν τη:
"Και πώς να τήνε βγάλωμε και πώς να τήνε λέμε;
Πόλη, Κωνσταντινούπολη, του Κωνσταντίνου Πόλη".
* Η πόλις Εάλω, την 29η Μαίου 1453, την αποφράδα εκείνη ημέρα του Ελληνισμού. Η βασιλεύουσα έπεσε, ο Μωάμεθ ο Πορθητής κατέλυσε τη βυζαντινή αυτοκρατορία. Ο τελευταίος αυτοκράτορας, νεκρός, έγινε μύθος.
* Η πόλις Εάλω, αλλά στα τείχη της Πόλης η ιστορία επιμένει. Όπως και στα κάστρα του Μυστρά, εκεί, απ' όπου ξεκίνησε ο Κων/νος Παλαιολόγος για την ύστατη αποστολή...
* Η Κων/πολη, δεν υμνήθηκε μόνο όταν έπεσε στους Τούρκους, αλλά υμνήθηκε και σ' όλο το διάβα της πολυθρύλητης ιστορίας της. Η Πόλη χτίστηκε από το Μ. Κων/νο, και εγκαινιάστηκε το 330 έως Νέα Ρώμη.
* Η Αίγλη και η επιβλητικότητά της, η σχεδόν μυστηριακή, υπαγόρευσε στη φαντασία του λαού το θρύλο, ότι την έχτισαν άγγελοι και άγγελοι τη συντηρούν:
Όντεν την θεμελιώνανε οι γι' άγγελοι την Πόλη,
'που τ' Άγιον Όρος το νερό κι' απού τη Χίο το χώμα
κι' απού την Αντριανούπολη παίρνουν τα κεραμίδια...
Η Πόλη πολιορκήθηκε πολλές φορές: το 626 από τους Αβάρους, το 717 από τους Άραβες, το 924 από τους Ρώσους, το 1204 έπεσε στους Φράγκους, το 1453 αλώθηκε πραγματικά από τους Οθωμανούς Τούρκους.
* Ναι, η Πόλη έπεσε στις 6 το πρωί της Τρίτης, στις 29 Μαΐου, την ΄΄αποφράδα εκείνη ημέρα που ΄΄σείστηκαν΄΄ οι ουρανοί, σκοτείνιασε η πλάση. Το γεγονός απλώθηκε σ' όλη τη Δύση, σ' όλη την Ανατολή. Ο κόσμος έκλαψε, οργίστηκε, εθρήνησε. Κι αμέσως η λαϊκή μούσα της εποχής, συνέθεσε τα πιο λυπητερά, τα πιο μυστηριακά, τα πιο παράξενα τραγούδια. Τραγούδια όπου μπερδεύονται το πραγματικό με το φανταστικό, θρύλος με την Ιστορία, οι προφητείες με το μύθο, και το ΄΄πάγωμα΄΄ του νου με την ΄΄Ελπίδα΄΄ της ψυχής.
Τραγούδια πολλά, με την ιδιότυπη γλώσσα της Μικρασίας και του Πόντου, διάσωσαν την παράδοση σ' όλο το διάστημα της Τούρκικης θηριωδίας και του σκοταδισμού, κι όλοι ζούσαν το δράμα της σκλαβιάς με την ελπίδα ότι θα ξαναπάρουμε την Πόλη.
Την πτώση της Βασιλεύουσας θρήνησαν - έγγραφα - Έλληνες, Βενετοί, Γενουάτες, Ρώσοι, Βούλγαροι, Σέρβοι. Τα πιο συγκινητικά είναι αυτά που γράφτηκαν από τους χρονικογράφους, τους αυτόπτες μάρτυρες της Άλωσης.
Σπουδαιότερος είναι ο Γεώργιος Φραντζής (δισέγγονός του ήταν ο Αμβρόσιος Φραντζής, που γεννήθηκε στο Μεσορούγι Καλαβρύτων και εμόνασε στο Μέγα Σπήλαιο. Μυήθηκε στη Φιλική Εταιρεία και έγραψε την 5τομη ΄΄Ιστορία της Ελληνικής Επαναστάσεως΄΄).
Γράφει λοιπόν ο Γ. Φραντζής ακριβώς για την τελευταία ημέρα της Πόλης:
"Έτσι οι αντίπαλοι έγιναν κύριοι της Πόλεως την Τρίτη 29 Μαίου και ώρα 2α της ημέρας του 6961 (1453) έτους. Και όσοι παραδίδονταν τους αιχμαλώτιζαν ή τους άρπαζαν ζωντανούς, όσοι πιάνονταν ανθισταμένοι αυτοί σφάζονταν. Και η γη σε μερικά μέρη δεν φαινόταν καθόλου από τους πολλούς νεκρούς. Ήταν φοβερό θέαμα και άκουγες θρήνους πολλούς, ποικίλους και έβλεπες αμετρήτους εξανδραποδισμούς ευγενών, αρχοντισσών και παρθένων και μοναχών, που τις έσερναν αλύπητα οι Τούρκοι από τα ρούχα και τα μαλλιά και τις κοτσίδες έξω από τις εκκλησίες ενώ έκλαιαν και οδύρονταν. Παιδιά έκλαιαν επίσης και οδύρονταν, λεηλατούνταν ιερά και εκκλησίες - ποιος θα διηγηθή όλη αυτή τη φρίκη; Έβλεπες το θείο αίμα και σώμα του Χριστού να χύνεται στη γη και να πετιέται και να διαρπάζονται τα τιμαλφή σκεύη, τα οποία είτε έσπαζαν ή τα σφετερίζονταν και το ίδιο έκαναν και για το διάκοσμο, καταπατώντας τις άγιες εικόνες που ήταν διακοσμημένες με χρυσάφι και ασήμι για ν' αφαιρέσουν τα
κοσμήματα".
* Η Άλωση ήταν ένα γεγονός καταλυτικό, και επηρέασε και διαπότισε το πνεύμα και την ψυχή του νεοέλληνα τόσο, ώστε διαπερνά - ως θέμα - και την Ελληνική λογοτεχνία μέχρι και σήμερα. Και όλοι υμνούν το δίπτυχο Πόλη και Κων/νο Παλαιολόγο, που ενσάρκωσαν το μεγαλείο, αλλά και τη φθορά του Βυζαντίου:
"Ετούτος ο Βασιλιάς που θέλω να ιστορήσω, δεν εστάθηκε κανένας ευτυχισμένος και πολυχρονισμένος, και δοξασμένος, αλλά ένας άνθρωπος βασανισμένος και πικραμένος. Όλα τα εθυσίασεν για την αγαπημένη του Πόλιν. Δι' αυτόν η Κωνσταντινούπολις δεν ήτο μονάχα η δοξασμένη Πόλις, όπου εβασίλευε χιλίους χρόνους επάνω στην Οικουμένην, αλλά και η σεβασμία κιβωτός της Χριστιανοσύνης και της
Ορθοδοξίας", αναφέρει ο Φώτης Κόντογλου στο
΄΄Θρηνητικό Συναξάρι΄΄ του.
Ενώ ο Γ. Βιζυηνός που έγραψε γι' αυτόν το περίφημο ποίημα
΄΄Ο τελευταίος Παλαιολόγος΄΄ και ο Κωστής Παλαμάς στον
΄΄Προφητικό΄΄ του ΄΄Δωδεκάλογο του γύφτου΄΄, αφού δίνει τον ξεπεσμό του Βυζαντίου με την πιο λυρική του έκφραση: - ώ ψυχή παραδαρμένη από το κρίμα - δίνουν και οι δυό την Ελπίδα για την ανάστασή του βασιλιά της Πόλης:
Ο ΠΡΟΦΗΤΗΣ
Μες στις παινεμένες χώρες, Χώρα
παινεμένη, θάρθει κι η ώρα,
και θα πέσεις, κι από σέν' απάνου η Φήμη
το στερνό το σάλπισμά της θα σαλπίσει
σε βοριά κι ανατολή, νοτιά και δύση.
Πάει ο ψήλος σου, το χτίσμα του συντρίμι.
Θάρθει κι η ώρα εσένα ήταν ο δρόμος
σε βοριά και ανατολή, νοτιά και δύση,
σαν το δρόμο του ήλιου γέρνεις όμως
το πρωί για σε δε θα γυρίσει.
Και το πέσιμό σου θα βροντήξει
κι ένα μοιρολόι σου θα ουρλιάσει
και το μοιρολόι σου θα το πνίξει
από πάνω στο αλαλάζοντας μια πλάση.
Μια καινούρια πλάση, μια γεννήτρια
θα φουντώσει απ' τα χαλάσματά σου,
κάθε δύναμης και χάρης σου απαρνήτρα,
διαλαλήτρα μοναχά της ασκημιάς σου.
Πλάση αταίριαστη μ' εσέ και ξένη,
κι ας την έχεις με το γάλα σου ποτίσει
την πατάει τη στέρφα γή σου και διαβαίνει,
κι όπου πάτησε αναβρύζει καί μία βρύση.
Κι η Ψυχή σου, ω Πολιτεία,
Κολασμένη από την αμαρτία,
νεκρή αφήνοντας εσένα
θα πλανιέται κυνηγώντας άλλη γέννα.
Σάμπως να είναι πουλημένη σε δαιμόνους,
θα σπαράζει και θα πλέει μες στα σκοτάδια,
και ίσκιος θα είναι μέσα στ' άδεια,
μες στην άβυσο μια βάρκα
κι ο ίσκιος ύστερα θα παίρνει σάρκα
κι η βάρκα ύστερα θα φτάνει
σε ξεσκέπαστο ανεμόδαρτο λιμάνι.
Και θα ζείς ξανά στους τόπους και στους χρόνους
και στις ιστορίες των εθνών
και στους κύκλους των αιώνων
θα μαυρολογάς, των ξεπεσμών
ω Ψυχή, και των αδόξαστων αγώνων.
Κι η Ψυχή σου, Πολιτεία καταραμένη,
δε θα βρεί ν' αναπαυτεί
του Κακού τη σκάλα από σκαλί
σε σκαλί θα τήνε κατεβαίνει,
κι όπου πάει κι όπου σταθεί,
σε κορμί χειρότερο θα μπαίνει.
Και θαρθεί μια μέρα, μαύρη μέρα!
Και η ψυχή σου, ω Πολιτεία,
θα κατασταλάξει πέρα, πέρα
στην καμαρωμένη Γή,
στού ήλιου τη χαρά, στ' Απρίλη τον αέρα.
Και στο φώς θα βγεί,
και ξαφνίζοντας τον ήλιο,
σα θρεμμένο απ' το δικό σου αίμα,
ένα γέλιο, ένα παράλλαμα, ένα ψέμα,
ένα κλάμα, ένα βασίλειο.
Ο δικέφαλος αιτός σου να! μακριά
μακριά πέταξε με τ' άξια και με τ' άγια
και θα ισκιώσουν τα τετράπλατα φτερά
λαούς άλλους, κορφές άλλες, άλλα πλάγια.
Προς τη Δύση και προς το Βοριά
Την κορώνα φέρνει και κρατά
- και τα νύχια του είν' αρπάγια -
και τη δόξα και τη δύναμη κρατά
και το γέλιο, και το ψέμα το Βασίλειο
που γεννήθηκε από σένα μές στον ήλιο,
κοίτα, Θεέ! θα σέρνεται μπροστά
σε μπαλσαμωμένη κουκουβάγια.
Όσο και να σε λυπηθεί
της αγάπης ο Θεός,
και να ξημερώσει μιάν αυγή,
και να σε καλέσει ο λυτρωμός,
ω Ψυχή παραδαρμένη από το κρίμα!
Και θ' ακούσεις τη φωνή του λυτρωτή,
θα γδυθείς της αμαρτίας το ντύμα,
και ξανά κυβερνημένη κι αλαφρή
θα σαλέψεις σαν τη χλόη, σαν το πουλί,
σαν το κόρφο το γυναίκειο, σαν το κύμα,
και μην έχοντας πιο κάτου άλλο σκαλί
να κατρακυλήσεις πιο βαθιά
στου Κακού τη σκάλα -
για τ' ανέβασμα ξανά που σε καλεί
θα αισθανθείς να σου φυτρώσουν, ώ χαρά!
τα φτερά,
τα φτερά τα πρωτινά σου τα μεγάλα!
Άλωσις Κωνσταντινουπόλεως
Το Κούρσεμα της Πόλης έγινε θρήνος, έγινε θρύλος, έγινε μοιρολόι στο στόμα του λαού του Πόντου, της Μ. Ασίας, της Θράκης, των νησιών. Και έτσι κρατήθηκε άσβεστη η ιστορική μνήμη του γεγονότος:
Ένι του κόσμου, χαλασμός και συντελειά μεγάλη,
συντελεσμός των Χριστιανών, των ταπεινών Ρωμαίων
όμως άς το θλιβούν πολλά και τα γέρη Λατίνων
διά τούτο που συνέβηκεν βασίλειον Ρωμαίων,
ή πόλις η κακότυχος και ο βασιλεύς ομάδιν.
Πούναι λοιπόν τα λείψανα, πού αί αγίαι εικόνες,
η οδηγήτρια η κυρά, η δέσποινα του κόσμου;
Λέγουσιν αναλήφθησαν στον ουρανόν απάνω
τα λείψανα τα άγια και του Χριστού τα πάθη,
οι άγγελοι τα πήρασιν εμπρός εις τον δεσπότην...
Που είν' τα μοναστήρια, που η ορθοδοξία;
αφήκες, εξαπόλυκες, πανύμνητε, τον κόσμον;...
τις είδεν ή τις ήκουσεν ποτέ σου, τέτοιον πράμα,
οι ασεβείς να πάρουσι το σπίτι των αγίων,
να σε δοξάζουν, Κύριε, οι τούρκοι σοδομίτες;
Θεέ μου, πώς απόμεινες την τόσην ανομίαν
και πως το καταδέχτηκες, δύναμις των αγγέλων;
Εχάθησαν οι χριστιανοί Θεέ, πως το απομένεις;...
Μηδέ κατηγορήσετε τον βασιλέαν, αυθέντες,
ουδέ τους άρχοντας αυτού, ουδέ τους στρατιώτας,
μικρούς, μεγάλους ή πτωχούς, πλουσίους, ανδρειωμένους.
Το θάρρος οπού ήλπιζαν οι χριστιανοί στην πόλιν
ήτον στον αγιώτατον τον πάπαν τε της Ρώμης.
Και εις τους γκαρδιναλίους του, να δώσουσι βοήθειαν
εις τους ρηγάδες της φραγκιάς των αυθεντών των όλων,
δουκάδες, κούντους, πρίγκιπες και τα κουμούνια όλα
μετά του βασιλέως Τε του της Αλαμανίας...
Εκείν' η μέρα σκοτεινή, αστραποκαϊμένη,
της Τρίτης της ασβολερής, της μαυρογελασμένης,
της θεοκαρβουνόκαυτης, μπουμπαρδοχαλασμένης
έχασε μάννα το παιδίν και παιδίν την μάνναν,
και των κυρούδων τα παιδιά υπάν ασβολωμένα,
δεμέν' από τον τράχηλον και το ουαί φωνάζουν,
με την τρομάραν την πολλήν, με θρηνισμόν καρδίας.
Τρέμουν ως φυλλοκάλαμον εξετραχηλισμένα,
γυμνά, χωρίς πουκάμισον, εξάγκωνα δεμένα,
βλέπουν εμπρός και πίσω των, μη τα δούν τους γονείς
και βλέπουν τους πατέρες των εξάγκωνα δεμένους.
Ο κύρης βλέπει το παιδίν και το παιδί τον κύρην,
άφωνοι, δίχως ομιλιάν, διαβαίνουν το μαγκούριν.
Οι μάννες οι ταλαίπωρες υπάν ξεγυμνωμένες,
της πόλης οι πολίτισσες εξανασκεπασμένες,
πλούσιες, πτωχές, ανάκατα, με το σκοινί δεμένες...
Το γεγονός της Άλωσης είναι γεγονός παγκόσμιας σημασίας, κι' αυτό το επισημαίνουν πολλοί ιστορικοί και διανοούμενοι:
1. Ο Κων/νος Παπαρρηγόπουλος γράφει:
"Η ιστορία μνημονεύει πολλών καταστροφών, αίτινες εκ πρώτης όψεως φαίνονται δραματικότεροι της Αλέσεως της Κωνσταντινουπόλεως. Όμως ουδεμία απέβη τραγικότερα. Διότι δια της Αλώσεως ταύτης δεν έπεσε μόνο η κυριευθείσα Πόλις, αλλά επεσκιάθη επί χρόνον μακρόν κόσμος ολόκληρος πραγμάτων και δογμάτων, ο κόσμος ο
Ελληνικός".
2. Ο Στέφαν Τσβάϊχ:
"Ποτέ η ανθρωπότητα δε θα μπορέσει ν' αναμετρήσει, σ' όλη του την έκταση, το κακό που μπήκε από την Κερκόπορτα τη μοιραία εκείνη ημέρα. Οι συμβολισμοί της Κερκόπορτας, της Άλωσης και του μαρμαρωμένου βασιλιά είναι σήμερα λιγότερο Ελληνικοί και περισσότερο
Ευρωπαϊκοί"...
Βάνα Μπεντεβή
|